Τις προϋποθέσεις ώστε η Ελλάδα να αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παραγωγή κρίσιμων και στρατηγικών πρώτων υλών αλλά και η Ευρωπη να περιορίσει την εξάρτησή της σε κρίσιμες πρώτες ύλες από τρίτες χώρες υπογραμμίζει ο πρόεδρος του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων, Κωνσταντίνος Γιαζιτζόγλου σε συνέντευξή του στο Business Daily.
Σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξανόμενης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, όπου «η ασφάλεια εφοδιασμού για κρίσιμες και στρατηγικές πρώτες ύλες αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα», η Ελλάδα διαθέτει υπαρκτές δυνατότητες να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο.
«Η χώρα μας μπορεί να είναι ένας από τους σημαντικούς προμηθευτές κρίσιμων και στρατηγικών πρώτων υλών για την Ευρωπαϊκή Ένωση», τονίζει.
O κ. Γιαζιτζόγλου σκιαγραφεί τις γεωπολιτικές εξαρτήσεις της Δύσης, επισημαίνοντας ότι «η Ευρώπη δεν διαθέτει στοιχειώδη αυτονομία σε καμία από αυτές τις πρώτες ύλες», ενώ αναφέρεται στις προοπτικές που ανοίγονται από νέες επενδύσεις και την παραγωγή κρίσιμων ορυκτών τα επόμενα χρόνια.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι «η χώρα διαθέτει κοιτάσματα, τεχνογνωσία και ανθρώπινο δυναμικό ικανό και επαρκές για να τα αξιοποιήσει», ξεκαθαρίζοντας πως το καθοριστικό ζητούμενο για να μετατραπεί αυτό το δυναμικό σε στρατηγικό πλεονέκτημα είναι μία: «Πραγματική πολιτική βούληση».
- Μπορεί η Ελλάδα να μετατραπεί σε στρατηγικό προμηθευτή κρίσιμων πρώτων υλών για την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ, σε μια περίοδο αυξανόμενης γεωπολιτικής αβεβαιότητας;
Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη λίστα κρίσιμων και στρατηγικών πρώτων υλών που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Ένωση, 34 ορυκτά θεωρούνται εξαιρετικά σημαντικά από οικονομική, τεχνολογική και γεωπολιτική άποψη.
Η Ευρώπη συνομολογεί ότι η ασφάλεια εφοδιασμού για αυτά τα 34 ορυκτά αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα.
Από τα ορυκτά αυτής της λίστας, στη χώρα μας ήδη παράγουμε βωξίτη και αλουμίνιο, ενώ μέσα στο 2026 θα ξεκινήσουμε να παράγουμε γάλλιο και χαλκό. Από τα κοιτάσματα της πρώην ΛΑΡΚΟ μπορεί να παραχθεί νικέλιο και κοβάλτιο. Στη Χίο είναι γνωστό ότι υπάρχει αντιμόνιο και στους Μολάους γερμάνιο.
Επίσης, υπάρχουν ενδείξεις για βολφράμιο και για κάποιες σπάνιες γαίες. Άρα, η απάντηση είναι ότι σαφώς η χώρα μας μπορεί να είναι ένας από τους σημαντικούς προμηθευτές κρίσιμων και στρατηγικών πρώτων υλών για την ΕΕ.
- Τι σημαίνει για τη χώρα μας το σχέδιο του ΝΑΤΟ για στρατηγική αποθήκευση κρίσιμων πρώτων υλών και ποιος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος της Ελλάδας στις νέες αυτές υποδομές;
Η Δύση συνειδητοποίησε με δραματική καθυστέρηση την εξάρτηση από τρίτες χώρες, όσον αφορά κρίσιμες και στρατηγικές πρώτες ύλες.
Η διευρυμένη ομάδα των κρατών που συγκροτούν τον συνασπισμό BRICS ελέγχει έμμεσα ή άμεσα περισσότερες από τις μισές κρίσιμες και στρατηγικές πρώτες ύλες για την ΕΕ σε ποσοστά που ξεπερνούν το 50 %, και σε μερικές περιπτώσεις πλησιάζουν ακόμα και το 100 %. Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη δεν διαθέτει στοιχειώδη αυτονομία σε καμία από αυτές τις πρώτες ύλες.
Οι προσπάθειες για δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων του ΝΑΤΟ επί ευρωπαϊκού εδάφους βρίσκονται σε πολύ πρώιμο στάδιο, κατά συνέπεια είναι λίγο δύσκολο κανείς να σχολιάσει ποιος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος μας.
Ας μην ξεχνάμε ότι, αφ’ ενός μεν το ΝΑΤΟ σήμερα έχει κάποια ζητήματα υπαρξιακής φύσεως, αφ’ ετέρου δε, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει νομικό και διοικητικό μηχανισμό για αγορά, αποθήκευση και στη συνέχεια διανομή υλικών αγαθών.
Αν τελικά οργανωθεί κάτι τέτοιο, προφανώς ορυκτά όπως το γάλλιο θα μπορούσαν να προέρχονται από τη χώρα μας.
- Καθώς η Ε.Ε. επιδιώκει να απεξαρτηθεί από την Κίνα σε πρώτες ύλες ζωτικής σημασίας, πόσο έτοιμη είναι η Ελλάδα να καλύψει μέρος αυτού του κενού;
Όπως προαναφέρθηκε, με τη λειτουργία των νέων επενδύσεων το 2026 η χώρα μας θα παράγει τέσσερεις κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες.
Για τις υπόλοιπες η διαδικασία βρίσκεται σε διάφορα στάδια. Αξίζει να επισημάνουμε ότι, με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, ένα εξορυκτικό έργο χρειάζεται έως και 10 χρόνια για να υλοποιηθεί. Αυτό οφείλεται σε μια υπερβολικά περίπλοκη, ασαφή και σε πολλές περιπτώσεις αλληλοαναιρούμενη νομοθεσία, σε συνδυασμό με μια δημόσια διοίκηση η οποία δεν έχει στελεχωθεί ποσοτικά και ποιοτικά όσο πρέπει.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τον Κανονισμό για τις κρίσιμες και στρατηγικές πρώτες ύλες προτρέπει τις χώρες μέλη να επιλύσουν το πρόβλημα χωρίς όμως να δίνει ουσιαστικές διεξόδους .
Κατά συνέπεια η απάντηση είναι ότι το πόσο γρήγορα θα αξιοποιηθούν κοιτάσματα ώστε να καλυφθεί το κενό εξαρτάται από την πολιτική βούληση τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στην Αθήνα.
- Μπορούν τα ελληνικά κοιτάσματα και τα εξορυκτικά απόβλητα να αποτελέσουν «κρυφό όπλο» για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία χωρίς να προκαλέσουν κοινωνικές και περιβαλλοντικές αντιδράσεις;
Η εξόρυξη είναι μια ακόμα από τις ανθρώπινες δραστηριότητες που προκαλούν επιβάρυνση στο περιβάλλον και όχληση, όπως αντίστοιχα κάνουν οι μεταφορές, ο τουρισμός, η παραγωγή ενέργειας, η γεωργία, η κτηνοτροφία κλπ.
Με δεδομένο το ότι έχουμε απόλυτη ανάγκη τις ορυκτές πρώτες ύλες, το ερώτημα είναι εάν κάνουμε την εξόρυξη με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για να μειώσουμε την περιβαλλοντική επίπτωση.
Στην Ελλάδα, όπως και σε ολόκληρη την Ευρώπη, σήμερα ισχύει και εφαρμόζεται η αυστηρότερη νομοθεσία προστασίας του περιβάλλοντος σε παγκόσμια κλίμακα.
Άρα η οποιαδήποτε αντίδραση δεν μπορεί να αφορά την τεχνολογία που χρησιμοποιείται. Το να λέμε ότι δεν θέλουμε την εξόρυξη ενώ χρησιμοποιούμε τα προϊόντα της δεν μπορεί να αποτελεί κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά.
Προφανώς, η εξορυκτική δραστηριότητα θα προκαλέσει κάποιας μορφής όχληση. Οι τεχνολογίες για την ελαχιστοποίησή της είναι διαθέσιμες και εξελίσσονται συνεχώς.
Από την άλλη πλευρά, οι περιπτώσεις αρμονικής συνύπαρξης εξορυκτικών δραστηριοτήτων με άλλες δραστηριότητες είναι πολλές. Στη χώρα μας υπάρχει το χαρακτηριστικό παράδειγμα της Μήλου, όπου εξόρυξη και τουρισμός αναπτύσσονται παράλληλα χωρίς πρόβλημα.
- Ποιες είναι οι εγχώριες αδυναμίες για να αξιοποιήσει η Ελλάδα τον ορυκτό της πλούτο;
Η εξόρυξη στην Ελλάδα υποφέρει αρχικά από τις αδυναμίες που προκύπτουν από τις πολιτικές επιλογές των Βρυξελλών.
Όπως αναφέρει αναλυτικά και πολύ συγκεκριμένα στην έκθεσή του ο Μάριο Ντράγκι, η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τις πολιτικές που υιοθετεί, γίνεται μέρα με τη μέρα όλο και λιγότερο ανταγωνιστική.
Αυτό απλά σημαίνει ότι το κόστος παραγωγής βασικών αγαθών, όπως τα ορυκτά, αυξάνεται δυσανάλογα, σε σχέση με τους εκτός ΕΕ παραγωγούς.
Εάν κρίνουμε ότι είναι σημαντικό, για γεωπολιτικούς λόγους, να υπάρχει εξορυκτική δραστηριότητα στην Ευρώπη, θα πρέπει αυτό το ζήτημα να αντιμετωπισθεί ουσιαστικά.
Από την άλλη πλευρά, και στη χώρα μας, οι κυβερνήσεις δεν έχουν δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη αυτής της δραστηριότητας, κυρίως λόγω των αρνητικών κριτικών που δέχεται από ορισμένες κοινωνικές ομάδες.
Η ελληνική νομοθεσία έχει επίσης σοβαρές αδυναμίες, κυρίως λόγω ασαφειών και αλληλοαναιρούμενων διατάξεων.
Την ίδια στιγμή, το τμήμα της δημόσιας διοίκησης που ασχολείται με τον κλάδο πάσχει από σημαντική υποστελέχωση, και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερο λόγο.
Αξίζει να επαναλάβουμε για άλλη μια φορά ότι η χώρα διαθέτει κοιτάσματα, τεχνογνωσία, αλλά και ανθρώπινο δυναμικό ικανό και επαρκές για να τα αξιοποιήσει. Αυτό που χρειάζεται είναι πραγματική πολιτική βούληση.