Η Ελλάδα ενισχύει τη συνεργασία με τη Σερβία για την πρόληψη της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών και τη διευκόλυνση της επιστροφής τους στις χώρες προέλευσής τους, μετά την κύρωση της σχετικής Συμφωνίας από την Ολομέλεια της Βουλής. Σύμφωνα με την υπουργό Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, η Συμφωνία, η οποία υπεγράφη στο Βελιγράδι στις 15 Μαΐου 2026, ενισχύει περαιτέρω τη συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών, με στόχο την αποτελεσματικότερη προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και την αντιμετώπιση της αρχαιοκαπηλίας.
Κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην κοινοβουλευτική επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων, η κ. Μενδώνη τόνισε ότι η παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών αποτελεί σοβαρή απειλή για την πολιτιστική κληρονομιά. Υπογράμμισε πως η αντιμετώπισή της συνδέεται άμεσα με τη διεθνή νομιμότητα, το κράτος δικαίου και τη δικαιοσύνη, ενώ ανέδειξε τη σημασία της διεθνούς συνεργασίας και της αμοιβαιότητας στην προστασία των πολιτιστικών αγαθών.
Σε δήλωσή της, η υπουργός Πολιτισμού ανέφερε ότι «η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί διαρκή ευθύνη της Ελληνικής Πολιτείας και προϋποθέτει τη στενή συνεργασία της διεθνούς κοινότητας. Η παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών δεν απειλεί μόνο την ιστορική μνήμη και την πολιτιστική ταυτότητα των λαών, αλλά συνδέεται άμεσα με τη διεθνή νομιμότητα και το κράτος δικαίου».
Η Συμφωνία Ελλάδας-Σερβίας λειτουργεί ως βασικό εργαλείο για την πρόληψη και αντιμετώπιση της παράνομης διακίνησης, την ανταλλαγή πληροφοριών και τεχνογνωσίας και τη διευκόλυνση της επιστροφής πολιτιστικών αγαθών στις χώρες προέλευσής τους. Ενισχύει τη θεμελιώδη αρχή της ελληνικής πολιτιστικής πολιτικής, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα διεκδικεί με συνέπεια την επιστροφή των πολιτιστικών αγαθών που έχουν απομακρυνθεί παράνομα από την επικράτειά της, αναγνωρίζοντας αντίστοιχα το δικαίωμα κάθε χώρας.
Οι διμερείς συμφωνίες αποτελούν πράξεις πολιτιστικής διπλωματίας, οι οποίες χτίζουν εμπιστοσύνη και δημιουργούν τις βάσεις για σταθερές σχέσεις συνεργασίας μεταξύ κρατών. Ο επαναπατρισμός ενός πολιτιστικού αγαθού δεν είναι μόνο αποκατάσταση μιας αδικίας του παρελθόντος· μπορεί να αποτελέσει και αφετηρία ουσιαστικότερης συνεργασίας για το μέλλον. Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί κοινή ευθύνη και η διεθνής συνεργασία πρέπει να οδηγεί σε συγκεκριμένες δράσεις και αποτελέσματα.
Όπως αναφέρει ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού, η Συμφωνία βασίζεται στη Σύμβαση της UNESCO του 1970 και στο διεθνές και εθνικό πλαίσιο προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, θεσπίζοντας συγκεκριμένο πλαίσιο συνεργασίας για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών.
Προβλέπεται ανταλλαγή πληροφοριών για κλοπές, παράνομες ανασκαφές, κατασχέσεις και παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, καθώς και για την ισχύουσα νομοθεσία, τις απαγορεύσεις εξαγωγής και τις απαιτούμενες άδειες. Επιπλέον, προωθείται η ανταλλαγή τεχνογνωσίας και η επιμόρφωση του προσωπικού των αρμόδιων αρχών, ενισχύοντας τον συντονισμό και την αποτελεσματικότητα των ενεργειών.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διαδικασία επιστροφής ή απόδοσης πολιτιστικών αγαθών που έχουν εισαχθεί παράνομα στην επικράτεια του άλλου κράτους. Η Συμφωνία καθορίζει τις προϋποθέσεις υποβολής σχετικού αιτήματος, προβλέπει συνδρομή στον εντοπισμό των αντικειμένων και μέτρα για την προσωρινή φύλαξή τους. Παράλληλα, ενθαρρύνεται η συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς και η ενημέρωση του κοινού για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η κύρωση της Συμφωνίας ενισχύει το πλαίσιο διεθνών συνεργασιών της Ελλάδας, επιβεβαιώνοντας ότι η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, η διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης και η επιστροφή των πολιτιστικών αγαθών στις χώρες προέλευσής τους αποτελούν κοινή ευθύνη των κρατών.