Την Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2026, ξεκινά στην κοινοβουλευτική επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου η επεξεργασία του σχεδίου νόμου του υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής με τίτλο «Ενίσχυση λειτουργίας Οργανισμών Λιμένων και λοιπές διατάξεις». Το σχέδιο νόμου στοχεύει στην αντιμετώπιση θεσμικών, διοικητικών και οικονομικών δυσλειτουργιών που επηρεάζουν την αποτελεσματική λειτουργία και τη βιώσιμη ανάπτυξη των Οργανισμών Λιμένων, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που κατατέθηκε στη Βουλή.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου αποσκοπούν στην επίλυση εμποδίων που σήμερα περιορίζουν την υλοποίηση επενδύσεων και έργων λιμενικής υποδομής, αλλά και στη διευκόλυνση της επίλυσης εξειδικευμένων θεμάτων αρμοδιότητας του υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής.
Στο Μέρος Β’, οι προτεινόμενες διατάξεις επιδιώκουν να διορθώσουν θεσμικές, οικονομικές και διοικητικές αδυναμίες που περιορίζουν τη βιώσιμη λειτουργία και την αναπτυξιακή αξιοποίηση των οργανισμών και των υποδομών λιμένων.
Σημαντικό ζήτημα αποτελεί η τιμολογιακή πολιτική των οργανισμών λιμένων που βρίσκονται στο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων. Όπως επισημαίνεται, το ισχύον πλαίσιο δεν προσφέρει σε όλους τους φορείς την απαιτούμενη ευελιξία προσαρμογής των τελών τους στις πραγματικές οικονομικές και λειτουργικές συνθήκες. Η διαφοροποίηση αυτή σε σχέση με τους ήδη αποκρατικοποιημένους οργανισμούς (ΟΛΠ Α.Ε., ΟΛΘ Α.Ε., Οργανισμός Λιμένος Ηγουμενίτσας Α.Ε., Οργανισμός Λιμένος Ηρακλείου Α.Ε., Οργανισμός Λιμένος Καβάλας, Οργανισμός Λιμένος Λαυρίου Α.Ε. υπό αξιοποίηση) δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού και περιορίζει τη δυνατότητα των οργανισμών που παραμένουν υπό δημόσια διαχείριση να καλύψουν τις ανάγκες τους με ίδια μέσα.
Επιπλέον, απαιτείται η διατήρηση ειδικού μηχανισμού ελέγχου για τα τέλη που σχετίζονται με την ακτοπλοΐα και για υπηρεσίες όπου δεν υπάρχει επαρκής ενδολιμενικός ή διαλιμενικός ανταγωνισμός.
Η υποχρέωση ένταξης έργων και μελετών σε επιχειρησιακά προγράμματα λειτουργεί συχνά ως χρονοβόρος και περιοριστικός παράγοντας για την υλοποίηση σημαντικών λιμενικών παρεμβάσεων. Ειδικά για τον λιμένα Σούδας, κρίνεται αναγκαίο ένα σαφές πλαίσιο χρηματοδότησης και προσδιορισμός της αρμόδιας αρχής σχεδιασμού και συνεργασίας με τον φορέα διοίκησης.
Στους λιμένες Πάχης Μεγάρων, Ρόδου και Μυτιλήνης υπάρχουν εκκρεμότητες που αφορούν την οριοθέτηση, την ιδιοκτησία και τη διαχείριση των λιμενικών ζωνών. Οι εκκρεμότητες αυτές προκαλούν αβεβαιότητα σχετικά με το καθεστώς των περιοχών και τις αρμοδιότητες των φορέων διοίκησης, γεγονός που επηρεάζει την ένταξή τους σε αναπτυξιακά προγράμματα και διαδικασίες παραχώρησης.
Επιπλέον, αναδεικνύεται η ανάγκη ρητής αναγνώρισης της δυνατότητας των υποπαραχωρησιούχων του ν. 4597/2019 να ασφαλίζουν τον πάγιο εξοπλισμό που διαχειρίζονται, ακόμα και χωρίς μεταβίβαση κυριότητας. Η απουσία σχετικής πρόβλεψης δημιουργεί αμφιβολίες ως προς τη νομιμοποίησή τους έναντι ασφαλιστικών εταιρειών και δυσκολεύει την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων.
Παράλληλα, πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι νέες ρυθμίσεις δεν θίγουν ευνοϊκότερους ή ειδικότερους όρους των ήδη κυρωμένων συμβάσεων παραχώρησης και υποπαραχώρησης.
Σε περίπτωση μη ρύθμισης των παραπάνω ζητημάτων, όπως τονίζεται στην αιτιολογική έκθεση, «θα διατηρηθούν οι άνισοι όροι λειτουργίας μεταξύ των οργανισμών λιμένων, οι καθυστερήσεις στον λιμενικό σχεδιασμό και στην υλοποίηση έργων, η αβεβαιότητα ως προς τη διαχείριση και αξιοποίηση συγκεκριμένων λιμενικών ζωνών και οι δυσχέρειες ασφάλισης του πάγιου εξοπλισμού. Οι συνέπειες αυτές θα περιορίζουν την οικονομική βιωσιμότητα και την αναπτυξιακή δυναμική των λιμένων και θα αποθαρρύνουν την πραγματοποίηση επενδύσεων».
Το Μέρος Γ’ του σχεδίου νόμου επικεντρώνεται σε ειδικότερες δημοσιονομικές, διοικητικές και υπηρεσιακές εκκρεμότητες αρμοδιότητας του υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής.
Δημοσιονομικές και υπηρεσιακές εκκρεμότητες
Βασικό ζητούμενο είναι η θέσπιση σαφούς διαδικασίας για την παραλαβή στοιχείων, τον έλεγχο δικαιολογητικών, την εκκαθάριση και την πληρωμή των οφειλών της Ελλάδας από τη συμμετοχή της στην Υπηρεσία Περιπολίας κατά των Πάγων του Βορείου Ατλαντικού. Η απουσία τέτοιας διαδικασίας προκαλεί συσσώρευση εκκρεμοτήτων και κινδύνους για την έγκαιρη εκπλήρωση διεθνών υποχρεώσεων.
Παράλληλα, διαπιστώνεται η ανάγκη ορθότερης διαχείρισης συγκεκριμένων δημοσίων εσόδων στον προϋπολογισμό του υπουργείου. Η έλλειψη σαφούς σύνδεσης των εσόδων με τις λειτουργικές ανάγκες του Αρχηγείου Λ.Σ-ΕΛ.ΑΚΤ. και της γενικής γραμματείας Ναυτιλίας και Λιμένων οδηγεί σε πρόσθετα αιτήματα ενίσχυσης προϋπολογισμών και δημιουργεί ανάγκη αποσαφήνισης του προορισμού των σχετικών πιστώσεων.
Επιπρόσθετα, υπάρχουν κενά στην υγειονομική κάλυψη προσωπικού του Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ. Η ισχύουσα νομοθεσία δεν προβλέπει ρητά την εφαρμογή του καθεστώτος υγειονομικής περίθαλψης στους δοκίμους των παραγωγικών σχολών, παρά την παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών. Επίσης, τα στελέχη του Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ. που υπηρετούν σε έδρες Ναυτιλιακών Ακολούθων εκτός ΕΕ και τα εξαρτώμενα μέλη των οικογενειών τους δεν εντάσσονται στη δυνατότητα ιδιωτικής ασφάλισης του υπουργείου Εξωτερικών, με αποτέλεσμα η αυτοτελής σύναψη συμβάσεων να είναι διοικητικά και οικονομικά δυσχερής.
Όπως καταλήγει η αιτιολογική έκθεση, εάν τα ζητήματα αυτά δεν ρυθμιστούν, «θα παραμείνουν οι δυσχέρειες εκπλήρωσης διεθνών και δημοσιονομικών υποχρεώσεων, ο αυξημένος διοικητικός φόρτος των εμπλεκόμενων υπηρεσιών και η αδυναμία αποτελεσματικής αξιοποίησης των σχετικών δημοσίων εσόδων. Παράλληλα, θα εξακολουθήσουν να υφίστανται κενά και άνιση μεταχείριση ως προς την υγειονομική κάλυψη των δοκίμων και των στελεχών του Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ., με κίνδυνο καθυστερημένης ή ανεπαρκούς πρόσβασής τους στις αναγκαίες υπηρεσίες υγείας».