Στη διάρκεια συζήτησης στη Βουλή για το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης, η Ζωή Κωνσταντοπούλου, πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά της κυβέρνησης. Η κ. Κωνσταντοπούλου κατηγόρησε την κυβέρνηση για απόπειρα εξυπηρέτησης συμφερόντων μέσω «κρυμμένων διατάξεων» σε μια περίοδο κρίσης με τις πυρκαγιές, ενώ κατέθεσε στα πρακτικά το διάβημα που είχε απευθύνει στις 24 Αυγούστου 2023 προς την εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητώντας να διερευνηθούν ευθύνες για την εξάπλωση των πυρκαγιών και την προαγωγή εμπλεκόμενων προσώπων.
Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας έκανε λόγο για «απόλυτο κενό δικαιοκρατικής αντίληψης» και έλλειψη σεβασμού προς τη Βουλή και τους πολίτες. Τόνισε ότι παρατηρείται έλλειψη δημοκρατικής παιδείας και κουλτούρας, ενώ υπογράμμισε την ανάγκη για προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των εγγυήσεων λειτουργίας της δημοκρατίας.
Αναφερόμενη στην πρόταση της ΝΔ για Αναθεώρηση του Συντάγματος, η κ. Κωνσταντοπούλου σημείωσε ότι «μόνη σας την ψηφίσατε», προσθέτοντας πως κάποιοι πρώην "Σπαρτιάτες" λειτουργούν ως εφεδρείες της ΝΔ. Υποστήριξε ότι η αντιπολίτευση δεν πρόκειται να συναινέσει σε προσπάθειες που, όπως είπε, περιορίζουν δικαιώματα και ελευθερίες, ενώ επέκρινε τη θέσπιση "κόφτη" στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου κατηγόρησε ακόμη την κυβέρνηση ότι επιχείρησε να «συνταγματοποιήσει και το ρουσφέτι» και αναφέρθηκε σε δηλώσεις του αντιπροέδρου της ΝΔ για τη Novartis. Επισήμανε επίσης ότι η κυβέρνηση χρησιμοποιεί «παρένθετα πρόσωπα» για να κάνουν αγωγές στην αντιπολίτευση, χαρακτηρίζοντας αυτές τις ενέργειες ως "slapp στοχοποίησης πολιτικού αντιπάλου" και εκτιμώντας ότι η παρούσα πολιτική κατάσταση πλησιάζει στο τέλος της.
Επιπλέον, η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας υποστήριξε ότι υπάρχει «ανίερη συμμαχία» μεταξύ ΝΔ και ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα, παρά το γεγονός ότι εμφανίζονται ως αντίπαλοι. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, οι δύο πλευρές εξυπηρετούν αμοιβαία συμφέροντα, αναφερόμενη σε σημαντικές υποθέσεις όπως το Μάτι, τις αλλαγές στον ποινικό κώδικα και τις υποκλοπές, για τις οποίες εκτίμησε ότι δεν υπήρξε ουσιαστικός κοινοβουλευτικός έλεγχος ή δημόσια τοποθέτηση.