Την ανάγκη για επιτάχυνση της ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, των δικτύων, της αποθήκευσης και των υποδομών φόρτισης, προκειμένου να επιτευχθούν οι κλιματικοί στόχοι, να μειωθεί η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και να συγκρατηθούν οι τιμές ενέργειας, υπογράμμισε ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ και μέλος της Ομάδας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, Σάκης Αρναούτογλου. Η τοποθέτηση έγινε, σύμφωνα με ανακοίνωσή του, στη συνεδρίαση της Επιτροπής Περιβάλλοντος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την τροποποίηση των Οδηγιών (ΕΕ) 2018/2001, (ΕΕ) 2019/944 και (ΕΕ) 2024/1788.
Όπως σημείωσε, «η ταχύτητα δεν μπορεί να σημαίνει αποδυνάμωση των δικλείδων προστασίας, νομική αβεβαιότητα ή απώλεια εμπιστοσύνης των πολιτών».
Ο κ. Αρναούτογλου τόνισε ότι η ενεργειακή μετάβαση θα προχωρήσει αποτελεσματικά μόνο όταν είναι σωστά σχεδιασμένη, κοινωνικά αποδεκτή και περιβαλλοντικά αξιόπιστη.
«Θέλουμε ταχύτερη αδειοδότηση, αλλά όχι απορρύθμιση χωρίς δικλείδες. Στόχος μας είναι να επιταχύνουμε την καθαρή μετάβαση, να ενισχύσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών, να προστατεύσουμε τη φύση και να διασφαλίσουμε νομική βεβαιότητα για τους επενδυτές», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενος στις αιτίες των καθυστερήσεων, ο ευρωβουλευτής εκτίμησε ότι αυτές δεν προέρχονται από την ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία, αλλά από την αδύναμη διοικητική ικανότητα, την έλλειψη ψηφιακών εργαλείων, τον ανεπαρκή συντονισμό μεταξύ αρχών και τη μειωμένη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών.
Για την κοινωνική διάσταση των ΑΠΕ, σημείωσε ότι τα έργα δεν πρέπει να επιβάλλονται στις τοπικές κοινωνίες, αλλά να συνοδεύονται από απτά οφέλη, όπως τοπικές θέσεις εργασίας, ενεργειακές κοινότητες, συμμετοχή στην ιδιοκτησία, κοινοτικά ταμεία και χαμηλότερους λογαριασμούς για τους πολίτες.
Παράλληλα, τάχθηκε υπέρ της απλούστευσης των διαδικασιών για έργα χαμηλού κινδύνου, όπως φωτοβολταϊκά σε στέγες, μικρές μονάδες αποθήκευσης και έργα σε ήδη δομημένες επιφάνειες. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι οι εξαιρέσεις δεν πρέπει να δημιουργούν «παραθυράκια» που θα υπονομεύουν την περιβαλλοντική προστασία.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη διατήρηση της προστασίας των περιοχών Natura 2000 και της πολιτιστικής κληρονομιάς, ενώ αναφέρθηκε και στο ζήτημα του «υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος», επισημαίνοντας ότι δεν μπορεί να λειτουργεί ως αυτόματη «λευκή επιταγή» για κάθε έργο.