Στην ολομέλεια της Βουλής συζητείται και ψηφίζεται σήμερα το νομοσχέδιο για την ίδρυση της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών και τη ρύθμιση του πλαισίου λειτουργίας των Ανώτερων Σχολών Καλλιτεχνικής και Μουσικής Εκπαίδευσης. Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει επίσης ρυθμίσεις για τη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση, μεταξύ των οποίων η εισαγωγή του Διεθνούς Απολυτηρίου σε δημόσια λύκεια.
Η εισηγήτρια της Νέας Δημοκρατίας, Αγγελική Δεληκάρη, χαρακτήρισε το νομοσχέδιο εμβληματικό, υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα αποκτά για πρώτη φορά ανώτατη σχολή για τις παραστατικές τέχνες. Όπως ανέφερε, η σχολή θα συνεργάζεται με τους πέντε κρατικούς φορείς των παραστατικών τεχνών μέσω προγραμματικών συμβάσεων που θα διασφαλίζουν τη θεσμική συνέχεια. Οι φορείς αυτοί θα αποτελούν ενεργό μέρος της ακαδημαϊκής δομής.
Αναφερόμενη στο νέο πλαίσιο για τις Ανώτερες Σχολές Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης, η κ. Δεληκάρη επισήμανε ότι αποσαφηνίζεται η θέση τους στον εκπαιδευτικό χάρτη, ενισχύοντας τη θεσμική ασφάλεια και τη διαφάνεια. Οι τίτλοι σπουδών των ΑΣΚΕ κατατάσσονται στο επίπεδο 5 του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων και αναγνωρίζονται ως τυπικό προσόν για θέσεις καλλιτεχνικής εκπαίδευσης. Παράλληλα, δημιουργούνται ακαδημαϊκοί διάδρομοι σύνδεσης με την ανώτατη εκπαίδευση, διασφαλίζοντας συνέχεια σπουδών και επαγγελματικής εξέλιξης.
Αντιδράσεις από την αντιπολίτευση
Ο εισηγητής του ΠΑΣΟΚ, Στέφανος Παραστατίδης, ανέφερε ότι η Ανώτατη Καλλιτεχνική Εκπαίδευση αποτελεί πάγιο αίτημα της καλλιτεχνικής κοινότητας που παρέμεινε άλυτο επί 40 χρόνια. Επισήμανε ότι η ίδρυση της σχολής μπορεί να δημιουργήσει σαφές πλαίσιο επαγγελματικών δικαιωμάτων και να αναβαθμίσει τους τίτλους σπουδών. Ωστόσο, σημείωσε ότι η κυβέρνηση προχωρά χωρίς σχέδιο και συναίνεση, αφήνοντας κρίσιμα ζητήματα ανοιχτά και μεταθέτοντας σημαντικές αποφάσεις εκτός κοινοβουλευτικής διαδικασίας.
Η ειδική αγορήτρια του ΣΥΡΙΖΑ, Κατερίνα Νοτοπούλου, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι προωθεί ένα αποσπασματικό σχέδιο που δεν επιλύει τα προβλήματα της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης. Τόνισε ότι το νομοσχέδιο δεν λαμβάνει υπόψη την απόφαση του ΣτΕ και υποτιμά τις σπουδές των καλλιτεχνών, ενώ απουσιάζει στρατηγικό σχέδιο και σύνδεση με τη δημόσια παιδεία.
Ο ειδικός αγορητής του ΚΚΕ, Ιωάννης Δελής, υποστήριξε ότι η κυβέρνηση στήνει ένα πανεπιστήμιο για λίγους, ενώ για τους πολλούς προσφέρει κύκλους σπουδών με δίδακτρα. Κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι αντιμετωπίζει τις τέχνες ως εμπορεύματα, δημιουργώντας ένα πανεπιστήμιο-επιχείρηση και φοιτητές-πελάτες.
Θέσεις μικρότερων κομμάτων
Η ειδική αγορήτρια της Νέας Αριστεράς, Σία Αναγνωστοπούλου, έκανε λόγο για ένα «μίζερο και θολό τοπίο» που δεν λύνει τα χρόνια προβλήματα της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης και χωρίς να έχει προηγηθεί σοβαρή διαβούλευση. Επισήμανε ότι το πλαίσιο για τις Ανώτερες Σχολές Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης εισάγει δαιδαλώδεις και επί πληρωμή διαδικασίες για τους αποφοίτους.
Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωή Κωνσταντοπούλου, δήλωσε ότι το νομοσχέδιο ενσωματώνει πρωτοποριακές προτάσεις του Διαμαντή Καραναστάση, ο οποίος είχε αναδείξει τη σημασία της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης. Τόνισε ότι η θεσμοθέτηση της κατηγορίας «Κ.Ε.» για την εργασία στο Δημόσιο αποτελεί σημαντική κατάκτηση, ενώ επεσήμανε την ανάγκη να αποφευχθεί η διολίσθηση σε πεδίο αναξιοκρατίας.
Η ειδική αγορήτρια της Ελληνικής Λύσης, Σοφία Χάιδω Ασημακοπούλου, υποστήριξε ότι το νομοσχέδιο στερείται σαφούς οράματος και οργανωτικής επάρκειας. Ανέφερε ότι η ίδρυση της σχολής θα μπορούσε να αποτελέσει εθνική υπόθεση εφόσον βασιζόταν σε στέρεες υποδομές και πραγματική αυτοτέλεια, αλλά στην παρούσα μορφή της παραμένει θεσμικά ασταθής.
Ο ειδικός αγορητής της «Νίκης», Ανδρέας Βορύλλας, χαρακτήρισε την ίδρυση της ΑΣΠΤ σημαντικό βήμα, σημειώνοντας ωστόσο ότι απαιτείται διαφάνεια στα κριτήρια εισαγωγής και στην αξιολόγηση των διδασκόντων. Τόνισε την ανάγκη αντικειμενικών κριτηρίων και σταθερών αρχών.
Η ειδική αγορήτρια της Πλεύσης Ελευθερίας, Έλλη Ρούσσου, αναγνώρισε τη θετική συμβολή του Διαμαντή Καραναστάση και χαρακτήρισε την ίδρυση της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Σπουδών θετικό βήμα. Επισήμανε όμως ότι η ισότιμη πρόσβαση παραμένει ζητούμενο και ότι το νομοσχέδιο δεν εξασφαλίζει πλήρως τη διαφάνεια στις εισαγωγικές εξετάσεις.