Σημαντική άνοδο καταγράφουν οι ελληνικές εξαγωγές μελιού, με τις πωλήσεις στις διεθνείς αγορές να ξεπερνούν τα 31 εκατ. δολάρια το 2025, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία. Την ίδια στιγμή, η προστασία της ελληνικής προέλευσης και η αντιμετώπιση παραπλανητικών πρακτικών αναδεικνύονται σε βασικά ζητήματα για έναν κλάδο που αριθμεί περίπου 20.000 μελισσοκόμους και βρίσκεται αντιμέτωπος με αυξημένο κόστος παραγωγής, επιπτώσεις από την κλιματική μεταβλητότητα και εντεινόμενο ανταγωνισμό από εισαγόμενα προϊόντα.
Σύμφωνα με στοιχεία της βάσης UN Comtrade του ΟΗΕ, όπως παρουσιάζονται μέσω της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι εξαγωγές φυσικού μελιού από την Ελλάδα ανήλθαν το 2025 σε 6.936 τόνους, συνολικής αξίας 31,6 εκατ. δολαρίων, έναντι 6.274 τόνων και 28,6 εκατ. δολαρίων το 2024.
Η αύξηση αυτή, που αγγίζει το 10,5% τόσο σε ποσότητα όσο και σε αξία, επιβεβαιώνει τη δυναμική του ελληνικού μελιού, με κύριους προορισμούς τη Γερμανία, την Ιταλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βουλγαρία και τον Καναδά.
Όπως τονίζει ο Γενικός Γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης, στο Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, «το ελληνικό μέλι διαθέτει ποιοτικά χαρακτηριστικά που μπορούν να του εξασφαλίσουν ακόμη ισχυρότερη θέση στις διεθνείς αγορές. Για να αξιοποιηθεί αυτή η δυναμική, όμως, είναι απαραίτητο να προστατεύσουμε την αυθεντικότητα και την προέλευσή του, διαμορφώνοντας συνθήκες διαφάνειας και δίκαιου ανταγωνισμού».
Η ελληνική μελισσοκομία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ύπαιθρο, με παρουσία σε πολλές περιοχές της χώρας. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δημοσιοποιήθηκαν τον Ιανουάριο του 2026, το 2024 υπήρχαν περίπου 20.000 μελισσοκόμοι και 2,2 εκατομμύρια κυψέλες, ενώ η ετήσια παραγωγή μελιού ανερχόταν σε 15.000 τόνους.
Εκτός από την παραγωγή μελιού, η δραστηριότητα των μελισσοκόμων είναι καθοριστική για την επικονίαση των καλλιεργειών και τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, προσδίδοντας στον κλάδο ιδιαίτερη αξία για την αγροτική οικονομία.
Η διατήρηση της θέσης του ελληνικού μελιού στην αγορά δεν εξαρτάται μόνο από τις ποσότητες ή τις εξαγωγικές επιδόσεις. Η δυνατότητα τεκμηρίωσης της προέλευσης και της αυθεντικότητάς του αποτελεί βασικό παράγοντα για την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και τη διασφάλιση δίκαιου ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων.
Ψηφιακό εργαλείο «ασπίδα» για τους παραγωγούς
Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται η θεσμοθέτηση του ψηφιακού συστήματος «Ισοζύγιο μελιού και μελισσοκομικών προϊόντων - e-honey», με τον νόμο 5336/2026.
Όπως υπογραμμίζει ο κ. Πρωτοψάλτης, «με τη θεσμοθέτηση του e-honey κάνουμε ένα ουσιαστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, δημιουργώντας τη βάση για ένα σύγχρονο εργαλείο παρακολούθησης της αγοράς», ενώ σημειώνει ότι «η αξία του ελληνικού μελιού πρέπει να αναγνωρίζεται και να επιστρέφει στους ανθρώπους που το παράγουν, ενώ ο καταναλωτής πρέπει να μπορεί να γνωρίζει με μεγαλύτερη βεβαιότητα την προέλευση του προϊόντος που επιλέγει».
Η νέα νομοθετική παρέμβαση του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων δημιουργεί το πλαίσιο για την ψηφιακή παρακολούθηση της παραγωγής, των εισαγωγών, της εμπορίας και της διακίνησης μελιού και άλλων μελισσοκομικών προϊόντων.
Το σύστημα προβλέπει καταγραφή αποθεμάτων και διακινούμενων ποσοτήτων, καθώς και διασύνδεση με το Εθνικό Ηλεκτρονικό Μελισσοκομικό Μητρώο και τα πληροφοριακά συστήματα του Δημοσίου.
Παράλληλα, αξιοποιούνται δεδομένα ηλεκτρονικών τιμολογίων και ψηφιακών παραστατικών της ΑΑΔΕ, ενισχύοντας τη δυνατότητα παρακολούθησης των ποσοτήτων που εισέρχονται και διακινούνται στην αγορά.
Η δημιουργία του e-honey στοχεύει στον αποτελεσματικότερο έλεγχο της εφοδιαστικής αλυσίδας και στον περιορισμό παραπλανητικών πρακτικών σχετικά με την προέλευση του μελιού. Η επιτυχία του θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή των διαδικασιών και τη διασύνδεση των διαθέσιμων δεδομένων.
Νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες και προοπτικές του κλάδου
Η πρωτοβουλία αυτή συμπίπτει με την εφαρμογή νέων ευρωπαϊκών κανόνων για την επισήμανση της προέλευσης του μελιού, οι οποίοι ισχύουν από τις 14 Ιουνίου 2026.
Όπως επισημαίνεται, «η αποτελεσματική εφαρμογή του νέου συστήματος, σε συνδυασμό με τους ευρωπαϊκούς κανόνες επισήμανσης και τους ελέγχους στην αγορά, μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της αξιοπιστίας του μελιού που διακινείται στην Ελλάδα και στη διαμόρφωση καλύτερων προϋποθέσεων για την ανάπτυξη ενός κλάδου με σημαντικές παραγωγικές και εξαγωγικές δυνατότητες».
Οι κανόνες αυτοί προβλέπουν την αναγραφή των χωρών προέλευσης και των αντίστοιχων ποσοστών στα μείγματα μελιού, προσφέροντας στους καταναλωτές περισσότερες πληροφορίες για τα προϊόντα που αγοράζουν.
Η προστασία της προέλευσης και οι προοπτικές του κλάδου τέθηκαν στο επίκεντρο της επίσκεψης του κ. Πρωτοψάλτη στις εγκαταστάσεις της Αττικής Μελισσοκομικής Εταιρείας - Αλέξανδρος Πίττας, στο Κρυονέρι Αττικής.
Η οικογενειακή αυτή επιχείρηση, με ιστορία από το 1928, συνεργάζεται με περίπου 2.000 Έλληνες μελισσοκόμους και, σύμφωνα με την ενημέρωση κατά την επίσκεψη, προμηθεύεται, ελέγχει, τυποποιεί και συσκευάζει πάνω από 2.000 τόνους μελιού ετησίως.
Ο κ. Πρωτοψάλτης ενημερώθηκε για τις διαδικασίες ποιοτικού ελέγχου και συζήτησε με τη διοίκηση της εταιρείας σχετικά με τις συνθήκες της αγοράς, την προστασία της προέλευσης και τις δυνατότητες ενίσχυσης της εξωστρέφειας.
Η επίσκεψη ανέδειξε τη σημασία της συνεργασίας μεταξύ μελισσοκόμων και επιχειρήσεων τυποποίησης, ειδικά σε μια περίοδο που η ελληνική μελισσοκομία επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της στις διεθνείς αγορές.
Με τις εξαγωγές να σημειώνουν άνοδο, το ζητούμενο για τον κλάδο δεν είναι μόνο η αύξηση των ποσοτήτων στο εξωτερικό, αλλά και η διατήρηση της προστιθέμενης αξίας του ελληνικού μελιού. Σε αυτή την προσπάθεια, η προστασία της προέλευσης, η αποτελεσματικότητα των ελέγχων και η διαφάνεια στην αγορά παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Η πρόκληση για τα επόμενα χρόνια είναι η εξαγωγική ανάπτυξη να συνοδευτεί από ουσιαστικά οφέλη για τους Έλληνες μελισσοκόμους, οι οποίοι καλούνται να διατηρήσουν την παραγωγή τους σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους, κλιματικής αβεβαιότητας και έντονου ανταγωνισμού.