Σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης αλλά και σοβαρές προκλήσεις αντιμετωπίζει η ελληνική αυγοπαραγωγή, σύμφωνα με ανακοίνωση της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Αυγού και Προϊόντων Αυγού. Παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ετών, ο κλάδος δεν καλύπτει πλήρως τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς, ενώ το υψηλό κόστος παραγωγής, οι ελληνοποιήσεις εισαγόμενων αυγών και οι απαιτούμενες επενδύσεις για τη μετάβαση σε νέες μορφές εκτροφής δημιουργούν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον για τους παραγωγούς. Δεν αποκλείονται, μάλιστα, νέες αυξήσεις στις τιμές.
Η εγχώρια παραγωγή καλύπτει σήμερα περίπου το 70%-80% της ζήτησης, όπως επισημαίνει ο γενικός διευθυντής της Οργάνωσης, Γιάννης Λιάρος. Η χώρα εξακολουθεί να εξαρτάται από εισαγωγές για την επάρκεια της αγοράς, γεγονός που διαμορφώνει συνθήκες ανταγωνισμού και πιέσεων για τον κλάδο.
Η σημερινή εικόνα της ελληνικής αυγοπαραγωγής έχει τις ρίζες της στην οικονομική κρίση του 2009, όταν το ζωικό κεφάλαιο μειώθηκε κατά περίπου 40%. Ο αριθμός των ορνίθων έπεσε από τα 5,5-6 εκατ. σε λιγότερα από 3,5 εκατ., ενώ η προσπάθεια ανάκαμψης επιβραδύνθηκε περαιτέρω λόγω της πανδημίας, του πολέμου στην Ουκρανία και των αυξήσεων σε ζωοτροφές και ενέργεια.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σταδιακή ενίσχυση του ζωικού κεφαλαίου, που πλέον ανέρχεται σε 4-4,5 εκατ. αυγοπαραγωγές όρνιθες. Για την πλήρη κάλυψη της εγχώριας ζήτησης και την ανάπτυξη εξαγωγών, θα απαιτούνταν περίπου 7,5-8 εκατ. όρνιθες, σύμφωνα με τον κ. Λιάρο. Η ετήσια παραγωγή εκτιμάται σε 1,4 δισ. αυγά, βάσει στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025.
Παράλληλα, η κατανάλωση αυγών στην Ελλάδα παραμένει χαμηλή, περίπου 150 αυγά ανά κάτοικο ετησίως, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κυμαίνεται μεταξύ 300 και 350 αυγών. Αυτό υποδηλώνει, σύμφωνα με τον γενικό διευθυντή της Διεπαγγελματικής, ότι υπάρχει σημαντικό περιθώριο ανάπτυξης της αγοράς, εφόσον αυξηθεί η παραγωγή και ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών.
Ελληνοποιήσεις, έλεγχοι και διαφάνεια στον κλάδο
Ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί είναι οι ελληνοποιήσεις εισαγόμενων αυγών. Όπως αναφέρει ο κ. Λιάρος, οι εισαγωγές είναι αναγκαίες όσο δεν επαρκεί η εγχώρια παραγωγή, ωστόσο το πρόβλημα προκύπτει όταν αυγά από άλλες χώρες διατίθενται ως ελληνικά ή όταν προϊόντα εκτροφής σε κλωβούς εμφανίζονται στην αγορά ως αυγά αχυρώνα ή ελευθέρας βοσκής.
Οι παραγωγοί ζητούν πιο αποτελεσματικούς ελέγχους και μεγαλύτερη διαφάνεια σε όλα τα στάδια της εμπορικής αλυσίδας. Το σύστημα «ΑΡΤΕΜΙΣ», στο οποίο ο κλάδος εντάχθηκε το 2021, έχει βελτιώσει την καταγραφή και παρακολούθηση της αγοράς, ωστόσο παραμένουν παραγωγοί που δεν έχουν εγγραφεί ή δεν ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους.
Η Διεπαγγελματική προτείνει τη δημιουργία δημόσιου, επικαιροποιημένου μητρώου αυγοπαραγωγών, ώστε οι καταναλωτές να γνωρίζουν την προέλευση των αυγών που αγοράζουν. Το προηγούμενο μητρώο περιλάμβανε περίπου 850 κωδικούς παραγωγών, αλλά παρουσιάστηκαν λάθη και ανενεργές εγγραφές. Η επικαιροποίησή του θεωρείται αναγκαία για την αξιόπιστη εικόνα του κλάδου.
Μετάβαση σε νέες μορφές εκτροφής και επενδύσεις
Η ευρωπαϊκή αγορά στρέφεται σταδιακά προς την παραγωγή αυγών εκτός κλωβών. Σήμερα, το 70%-75% της ελληνικής παραγωγής προέρχεται από όρνιθες σε κλωβούς, όμως αυξάνεται η ζήτηση για αυγά αχυρώνα, ελευθέρας βοσκής και βιολογικής παραγωγής από λιανεμπόριο, εστίαση και ξενοδοχεία.
Η αλλαγή αυτή προηγείται των νομοθετικών εξελίξεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με σχετικές προτάσεις να αναμένονται έως το 2027 για τη σταδιακή κατάργηση των κλωβών. Η προσαρμογή στις νέες συνθήκες απαιτεί σημαντικά μεγαλύτερους χώρους, νέες εγκαταστάσεις και υψηλές επενδύσεις, τις οποίες πολλές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν.
Ο κλάδος δεν έχει λάβει την απαραίτητη οικονομική στήριξη για μια τόσο μεγάλη αλλαγή, τονίζει ο κ. Λιάρος, και ζητά τη δημιουργία κατάλληλων χρηματοδοτικών εργαλείων. Διαφορετικά, η προσαρμογή στις νέες απαιτήσεις ενδέχεται να αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολη για αρκετούς παραγωγούς.
Κόστος παραγωγής και προοπτικές τιμών
Το κόστος παραγωγής παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για την ελληνική αυγοπαραγωγή. Οι αυξήσεις σε ζωοτροφές, ενέργεια και μεταφορές έχουν περιορίσει τα περιθώρια κέρδους, ενώ οι παραγωγοί προσπαθούν να απορροφήσουν μέρος των επιβαρύνσεων, ώστε να μην μετακυλιστούν εξ ολοκλήρου στους καταναλωτές.
Όπως εξηγεί ο κ. Λιάρος, οι ανατιμήσεις στα αυγά τα τελευταία χρόνια είναι μικρότερες από τις αυξήσεις του κόστους παραγωγής, γεγονός που προκαλεί πιέσεις στη βιωσιμότητα πολλών εκμεταλλεύσεων. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων στις τιμές το επόμενο διάστημα, αν και στόχος παραμένει η συγκράτησή τους.
Προοπτικές και εξαγωγές
Παρά τις δυσκολίες, η προοπτική για τον κλάδο παραμένει θετική. Η σταθερή ζήτηση, οι αλλαγές στα συστήματα εκτροφής και το ενδιαφέρον για νέες επενδύσεις μπορούν να δημιουργήσουν συνθήκες ουσιαστικής ανάπτυξης την επόμενη πενταετία.
Υπάρχει ενδιαφέρον από αγορές του εξωτερικού για ελληνικά αυγά, ωστόσο η ενίσχυση των εξαγωγών προϋποθέτει την αύξηση της παραγωγής ώστε να καλύπτονται πρώτα οι ανάγκες της εγχώριας κατανάλωσης.
Ένας ακόμη παράγοντας που επηρεάζει τις προοπτικές είναι η γρίπη των πτηνών, η οποία έχει προκαλέσει προβλήματα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και έχει μεταβάλει τις εμπορικές ροές και τις τιμές των αυγών στην Ευρώπη. Η αποφυγή εμφάνισης σοβαρών κρουσμάτων στην Ελλάδα αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για τη διατήρηση και την ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην πρόληψη, την εφαρμογή αυστηρών μέτρων βιοασφάλειας και στη συνεργασία της Διεπαγγελματικής με τις κτηνιατρικές υπηρεσίες και τις αρμόδιες αρχές. Η θετική προοπτική του κλάδου συνδέεται στενά με επενδύσεις, ουσιαστική στήριξη από την Πολιτεία και αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς, με στόχο την αύξηση του ζωικού κεφαλαίου, την κάλυψη της εγχώριας ζήτησης και την ενίσχυση της παρουσίας των ελληνικών αυγών στις διεθνείς αγορές.