Νέα δεδομένα για την οικονομική βιωσιμότητα και τη στρατηγική σημασία των υπεράκτιων αιολικών πάρκων στην χώρα μας βάζει στο τραπέζι μελέτη, σύμφωνα με την οποία η ανάπτυξη της συγκεκριμένης τεχνολογίας μπορεί να μειώσει το ετήσιο λειτουργικό κόστος του ηλεκτρικού συστήματος έως και κατά 420 εκατ. ευρώ, περιορίζοντας παράλληλα τις περικοπές ΑΠΕ αλλά και την εξάρτηση από το φυσικό αέριο.
Η ανάλυση της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων (ΕΔΕΥΕΠ) και της EXERGIA εξετάζει το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα με ορίζοντα το 2035 στη βάση του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), το οποίο προβλέπει εγκατάσταση υπεράκτιων αιολικών συνολικής ισχύος 3,9 GW.
Έως τέσσερις φορές λιγότερες περικοπές ΑΠΕ
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της νέας μελέτης, η οποία παρουσιάστηκαν χθες στο 8ο Renewable & Storage Forum, αφορά τη δραστική μείωση των περικοπών πράσινης ενέργειας, που αποτελούν πάγιο πρόβλημα για τους παραγωγούς και την αγορά ηλεκτρισμού.
Όπως εξήγησε ο Δρ. Γιώργος Βουρλιωτάκης, Head of Unit, Energy Policy and Planning της EXERGIA, στο σενάριο ανάπτυξης υπεράκτιων αιολικών, οι ετήσιες περικοπές περιορίζονται στις 0,72 TWh το 2035, έναντι 2,55 έως 3,04 TWh στα εναλλακτικά σενάρια, όπου η ίδια ετήσια παραγωγή εξασφαλίζεται από φωτοβολταϊκά και χερσαία αιολικά.
Η διαφορά αποδίδεται στο ιδιαίτερο προφίλ παραγωγής των υπεράκτιων αιολικών, που επιτρέπει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας σε ώρες διαφορετικές από εκείνες της υψηλής φωτοβολταϊκής παραγωγής.
Μάλιστα, σύμφωνα με τη μελέτη, ένα σύστημα χωρίς υπεράκτια αιολικά θα χρειαζόταν περίπου 14 GW εγκατεστημένης ισχύος μπαταριών, δηλαδή σχεδόν τριπλάσια ισχύ από τον στόχο του ΕΣΕΚ, προκειμένου να επιτύχει αντίστοιχο περιορισμό των περικοπών.
Στα 320 εκατ. ευρώ το λειτουργικό κόστος
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν τα οικονομικά αποτελέσματα της ανάλυσης, με το ετήσιο λειτουργικό κόστος του ηλεκτρικού συστήματος να υπολογίζεται σε περίπου 320 εκατ. ευρώ με την ανάπτυξη υπεράκτιων αιολικών, έναντι 660 έως 740 εκατ. ευρώ στα εναλλακτικά σενάρια.
Πρόκειται για εξοικονόμηση 340 έως 420 εκατ. ευρώ ετησίως, η οποία συνδέεται κυρίως με τον περιορισμό της χρήσης φυσικού αερίου και την καλύτερη αξιοποίηση της παραγωγής ΑΠΕ.
Συγκεκριμένα, η ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο μειώνεται στις 4,36 TWh, έναντι 6,12 έως 6,36 TWh χωρίς υπεράκτια αιολικά, καταγράφοντας υποχώρηση 29% έως 31%.
Παράλληλα, οι ετήσιες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα περιορίζονται κατά περίπου 650.000 έως 750.000 τόνους.
Σημειώνεται ότι οι υπολογισμοί του λειτουργικού κόστους περιλαμβάνουν καύσιμα, δικαιώματα εκπομπών και καθαρές εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας, όχι όμως τις επενδυτικές δαπάνες κατασκευής των έργων.
Υψηλότερα έσοδα για τις υφιστάμενες ΑΠΕ
Αξίζει να σημειωθεί πως η ανάπτυξη υπεράκτιων αιολικών εμφανίζεται να ενισχύει και την οικονομική απόδοση των υφιστάμενων επενδύσεων ΑΠΕ, τόσο των φωτοβολταϊκών όσο και των χερσαίων αιολικών.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η μέση αγοραία αξία της παραγωγής των συγκεκριμένων τεχνολογιών αυξάνεται στα 77 ευρώ/MWh, έναντι 65 έως 68 ευρώ/MWh στα εναλλακτικά σενάρια.
Η βελτίωση αυτή μπορεί να μεταφραστεί σε περίπου 500 εκατ. ευρώ περισσότερα ετήσια έσοδα από την αγορά για την εγκατεστημένη ισχύ φωτοβολταϊκών και χερσαίων αιολικών που προβλέπει το ΕΣΕΚ.
Παράλληλα, οι ώρες μηδενικών οριακών τιμών περιορίζονται στις 323 ετησίως, έναντι 704 στο σενάριο υψηλής φωτοβολταϊκής διείσδυσης, ενώ η μεταβλητότητα των ωριαίων τιμών μειώνεται περίπου κατά 20%.
Το κρίσιμο εύρος των 123-160 ευρώ/MWh
Ξεχωριστό ενδιαφέρον για τους επενδυτές παρουσιάζει η αποτίμηση του δυνητικού μηχανισμού στήριξης των υπεράκτιων αιολικών μέσω συμβάσεων επί διαφοράς (CfD).
Η μελέτη προσδιορίζει εύρος τιμής αναφοράς 123 έως 160 ευρώ/MWh, στο οποίο το συνολικό κόστος στήριξης μπορεί να είναι ισοδύναμο με εκείνο εναλλακτικών τεχνολογιών, εφόσον συνυπολογιστούν τα ευρύτερα οφέλη για το ηλεκτρικό σύστημα και η προστασία από ενεργειακές κρίσεις.
Πολλαπλά τα πλεονεκτήματα
Από την πλευρά του, ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΔΕΥΕΠ, Αριστοφάνης Στεφάτος, αξιολόγησε ιδιαίτερα θετικά τα αποτελέσματα, επισημαίνοντας ότι ακόμη και με υψηλότερο κόστος ανάπτυξης, τα υπεράκτια αιολικά μπορούν να προσφέρουν σημαντικά πλεονεκτήματα χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή, υπό τις παραδοχές της μελέτης βέβαια.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον ίδιο, ακόμη και με συμβάσεις επί διαφοράς (CfD) σε επίπεδα 123 έως 160 ευρώ/MWh, η ανάπτυξη των έργων δεν αναμένεται να προκαλέσει πρόσθετη επιβάρυνση στους καταναλωτές, με βάση τις παραδοχές της μελέτης και τον σχεδιασμό της ενεργειακής μετάβασης.
Ο επικεφαλής της ΕΔΕΥΕΠ υπογράμμισε ότι το κρίσιμο στοιχείο είναι κυρίως το διαφορετικό προφίλ παραγωγής τους σε ωριαία, ημερήσια και εποχική βάση.
Η συμπληρωματικότητα αυτή επιτρέπει την καλύτερη κατανομή της ανανεώσιμης παραγωγής στη διάρκεια της ημέρας, περιορίζοντας τις ανάγκες εξισορρόπησης και ενισχύοντας την ευελιξία και την ευστάθεια του ηλεκτρικού συστήματος.
Παράλληλα, τόνισε ότι τα υπεράκτια αιολικά μπορούν να ενισχύσουν την αξία των υφιστάμενων επενδύσεων σε ΑΠΕ, καθώς μειώνουν τις περικοπές και περιορίζουν το φαινόμενο του «κανιβαλισμού» των τιμών, που προκαλείται όταν μεγάλες ποσότητες ανανεώσιμης ενέργειας παράγονται ταυτόχρονα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη συμβολή τους στην αποσυμφόρηση του δικτύου, μέσω της γεωγραφικής διασποράς της ηλεκτροπαραγωγής, δημιουργώντας πρόσθετο ηλεκτρικό χώρο για νέα έργα ΑΠΕ.
Στα πλεονεκτήματα συμπεριέλαβε επίσης τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, τη συγκράτηση της μεταβλητότητας των τιμών, την αύξηση των εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας και τον περιορισμό των εισαγωγών, καθώς και τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι σε ενεργειακές κρίσεις και σε ενδεχόμενη αύξηση της ζήτησης.
Πέρα από τα άμεσα ενεργειακά οφέλη, ο κ. Στεφάτος αναφέρθηκε και στην δυνατότητα δημιουργίας εγχώριας εφοδιαστικής αλυσίδας, η οποία θα μπορούσε να παράγει πρόσθετη οικονομική δραστηριότητα.