Στα 13 δισ. ευρώ αποτιμάται η «ένεση» ρευστότητας προς τις ελληνικές επιχειρήσεις που έχει προσφέρει η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα τα τελευταία επτά χρόνια, κινητοποιώντας επιχειρηματικά δάνεια προς 46.000 επιχειρήσεις.
Ειδικά για την περίοδο 2019-2025, η σωρευτική επίδραση των προγραμμάτων της ΕΑΤ στο ΑΕΠ της χώρας αγγίζει τα 12,5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων το 56% της επίδρασης στο ΑΕΠ προέρχεται από μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, υπογράμμισε ο κ. Νίκος Βέττας, Γενικός Διευθυντής στο ΙΟΒΕ, κατά την παρουσίαση της μελέτης με θέμα «Το οικονομικό αποτύπωμα της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας: Προγράμματα προς επιχειρήσεις 2019-2025».
Όμως, το αποτύπωμα της ΕΑΤ εκτείνεται πέρα από τα δάνεια, διότι η χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων τροφοδοτεί μια αλυσιδωτή αντίδραση που επηρεάζει τις θέσεις εργασίας, τις αμοιβές των εργαζομένων και τα δημόσια έσοδα.
Κάθε 1 ευρώ πόρων που δεσμεύονται στα χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΑΤ, οι συνολικές επενδύσεις που δημιουργούνται παράγουν 3,58 ευρώ ΑΕΠ, ενώ παράλληλα προσθέτουν 2,1 ευρώ εισόδημα εργαζομένων και 1,43 ευρώ δημόσια έσοδα. Συνολικά, την περίοδο 2019-2025 εκτιμάται πως μέσω της χρηματοδότησης της ΕΑΤ έχουν δημιουργηθεί 383.600 ετήσιες θέσεις εργασίας, 7,3 δισ. ευρώ εισόδημα εργαζομένων και 5 δισ. ευρώ δημόσια έσοδα.
Στην παρέμβασή του ο Νίκος Παπαθανάσης, Αναπληρωτής Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ανέδειξε το γεγονός ότι το 77% των δικαιούχων έχει ετήσιο κύκλο εργασιών έως 2 εκατ. ευρώ και το 72% έως 10 εργαζόμενους, την ώρα που, μέσω των εγγυοδοτικών προγραμμάτων, διευρύνεται συνεχώς η περίμετρος των επιχειρήσεων που αποκτούν πρόσβαση στα τραπεζικά ιδρύματα.
Η Διευθύνουσα Σύμβουλος της ΕΑΤ, Ισμήνη Παπακυρίλλου, δήλωσε: «Οι δημόσιοι πόροι που χρησιμοποιούνται στα χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΑΤ αποδίδουν πολλαπλάσια μέσω της μόχλευσης ιδιωτικών κεφαλαίων, επιστρέφουν και χρηματοδοτούν ξανά την πραγματική οικονομία. Το οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα είναι, πρωτίστως, οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις που άντεξαν στην κρίση, επένδυσαν και στήριξαν θέσεις εργασίας σε όλη τη χώρα».
Η επίδραση της ΕΑΤ στην οικονομία την περίοδο 2019-2025
Η επίδραση προέρχεται κυρίως από τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Το 78% των δανείων κατευθύνθηκε σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Το 56% της επίδρασης στο ΑΕΠ και το 60% της επίδρασης στην απασχόληση προέρχονται από πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις. Το 1/3 της επίδρασης στην απασχόληση προέρχεται αποκλειστικά από πολύ μικρές επιχειρήσεις, με κύκλο εργασιών έως €2 εκατ.
Σε επίπεδο κλάδων, το 74% των δανείων (€8,6 δισ.) κατευθύνθηκε στο εμπόριο, τη μεταποίηση και τον κλάδο καταλυμάτων και εστίασης. Γεωγραφικά, το 61% της επίδρασης στο ΑΕΠ προέρχεται από ωφελούμενους στην Αττική και την Κεντρική Μακεδονία, ενώ οι πολλαπλασιαστικές επιδράσεις ήταν υψηλότερες σε περιοχές όπως το Νότιο Αιγαίο, τα Ιόνια Νησιά και η Κρήτη.
Η ισχυρότερη ετήσια επίδραση καταγράφηκε το 2020, με τα εργαλεία αντιμετώπισης της πανδημίας. Το 2025 η επίδραση των εκταμιεύσεων στην απασχόληση εκτιμάται σε 23.500 ετήσιες θέσεις πλήρους απασχόλησης, η υψηλότερη της τελευταίας τετραετίας.
Στο πεδίο της πράσινης μετάβασης, οι χρηματοδοτήσεις της ΕΑΤ εμφανίζουν χαμηλότερη σταθμισμένη μέση ένταση άνθρακα (δείκτης WACI) από το υπόλοιπο τραπεζικό σύστημα: 0,36 έναντι 0,68 το 2024. Παράλληλα, πάνω από τα 3/4 των επιχειρηματικών δανείων δόθηκαν σε κλάδους με υψηλή σημασία για την πράσινη μετάβαση. Στις περιοχές απολιγνιτοποίησης, Κοζάνη και Αρκαδία, το μερίδιο συμμετοχής της ΕΑΤ είναι σήμερα υψηλότερο από ό,τι πριν από την πανδημία.
Στην αγορά πιστώσεων, η δραστηριότητα της ΕΑΤ συνεισέφερε στην πιστωτική ανάκαμψη της περιόδου 2020-2025, ιδίως σε κλάδους με υψηλή ανάμειξή της, όπως το εμπόριο, όπου το μερίδιό της στις συνολικές εκταμιεύσεις δανείων προς επιχειρήσεις έφτασε το 38%. Κατά μέσο όρο, σε κάθε €100 νέων πιστώσεων την περίοδο 2020-2025, τα €21 δόθηκαν με ανάμειξη της ΕΑΤ. Η υψηλότερη συμμετοχή της ΕΑΤ συνδέεται με χαμηλότερα ποσοστά εξόδου επιχειρήσεων κατά την πανδημία: αύξηση της συμμετοχής κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες συνδέεται με μείωση του ποσοστού εξόδου κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες.
Τα δάνεια που έχει εγκρίνει η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα έως σήμερα
Σημείο-κλειδί στα χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΑΤ αποτελεί το γεγονός ότι μπορεί να ανακυκλώσει τους πόρους που διαθέτει και να μην τους «χάσει» αν ένα πρόγραμμα λήξει. Σε αντίθεση με τις επιχορηγήσεις, οι πόροι δεν δαπανώνται εφάπαξ, αλλά μοχλεύονται με κεφάλαια των τραπεζών και, καθώς τα δάνεια αποπληρώνονται και οι εγγυήσεις αποδεσμεύονται, οι επιστροφές από προηγούμενα εργαλεία ανακυκλώνονται σε νέα προγράμματα για τις επιχειρήσεις.
Από το 2019 έως τα μέσα Σεπτεμβρίου 2026, η ΕΑΤ ενέκρινε χρηματοδοτήσεις 15,57 δισ. ευρώ προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, μέσω 89.214 δανείων. Τα 61.596 επιχειρηματικά δάνεια, ύψους 12,99 δισ. ευρώ, έφτασαν σε 46.025 επιχειρήσεις, εκ των οποίων το 77% έχει κύκλο εργασιών έως 2 εκατ. ευρώ και το 72% απασχολεί έως 10 εργαζομένους.
Μετά την πανδημία, η ΕΑΤ μετασχηματίστηκε από εργαλείο έκτακτης ανάγκης σε μόνιμο αναπτυξιακό μηχανισμό. Διεύρυνε τα προϊόντα της (ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ, Μικροπιστώσεις, Ταμεία Εγγυοδοσίας Καινοτομίας και ΕΑΤ-ΤΜΕΔΕ, Ταμείο Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης, Ταμείο Αγροτικής Επιχειρηματικότητας), εισήλθε στη στεγαστική πολιτική με τα προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ» και ολοκλήρωσε το Pillar Assessment της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Το επόμενο βήμα, όπως εξαγγέλθηκε από τον Πρωθυπουργό στη ΔΕΘ, είναι η αξιοποίηση €1,5 δισ. νέων πόρων που θα μοχλευθούν σε χρηματοδοτήσεις 5 δισ. ευρώ προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με ενεργοποίηση έως τις αρχές του 2027, καθώς και το νέο πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙΙ», ύψους 2 δισ. ευρώ.