Σαφές μήνυμα για τους ανοδικούς κινδύνους του πληθωρισμού, αλλά και προειδοποίηση κατά βιαστικών αποφάσεων, έστειλε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Γιάννης Στουρνάρας, σε δηλώσεις του στο Bloomberg, στο περιθώριο της συνόδου των Ευρωπαίων υπουργών Οικονομικών και κεντρικών τραπεζιτών στο Δουβλίνο.
Ο κ. Στουρνάρας τόνισε ότι η οικονομία της Ευρωζώνης αντιμετωπίζει διαδοχικές διαταραχές στην προσφορά, ενώ η ζήτηση παραμένει ισχυρή λόγω δημοσιονομικής επέκτασης και αύξησης των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη. Μέχρι στιγμής, όπως σημείωσε, δεν έχουν εμφανιστεί σημαντικές δευτερογενείς επιδράσεις, ιδιαίτερα μέσω των μισθών, αλλά δεν θεωρείται δεδομένο ότι αυτή η κατάσταση θα διατηρηθεί.
Ανοιχτό άφησε το ενδεχόμενο νέας αύξησης επιτοκίων τον Οκτώβριο, εφόσον τα στοιχεία του Σεπτεμβρίου δείξουν νέα έξαρση του πληθωρισμού ή σημαντική άνοδο του ενεργειακού κόστους. Σε αντίθετη περίπτωση, τάχθηκε υπέρ της αναμονής έως τον επόμενο κύκλο προβλέψεων, επισημαίνοντας την ανάγκη για προσεκτική στάση.
«Δεν χρειάζεται να λάβουμε εσπευσμένες αποφάσεις», δήλωσε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας πως μια επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας μπορεί να δικαιολογήσει προσωρινή παύση στις αυξήσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις τιμές της ενέργειας, τονίζοντας ότι μια συμφωνία στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να οδηγήσει σε ταχεία αποκλιμάκωση του ενεργειακού κόστους και περιορισμό των πληθωριστικών πιέσεων.
Αναφερόμενος στις διεθνείς εξελίξεις, χαρακτήρισε θετική για την αξιοπιστία της παγκόσμιας νομισματικής πολιτικής την απόφαση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ για τα επιτόκια, υπογραμμίζοντας τον ρόλο της Fed και του δολαρίου στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Τέλος, για τις πιέσεις στις αγορές κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης και τη διεύρυνση του γαλλογερμανικού spread, ο κ. Στουρνάρας εκτίμησε ότι δεν έχει υπάρξει έως τώρα μεγάλη αναταραχή. Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία της δημοσιονομικής σύνεσης, φέρνοντας ως παράδειγμα την εμπειρία του παρελθόντος από λιγότερο προσεκτικές πολιτικές.