Περίπου ένας μήνας έχει περάσει από τη στιγμή που ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, άνοιξε επίσημα τη συζήτηση για την αξιοποίηση της πυρηνικής ενέργειας στη χώρα, με το θέμα έκτοτε να κερδίζει διαρκώς έδαφος στον δημόσιο διάλογο.
Η παγκόσμια ενεργειακή κρίση, η ανάγκη απανθρακοποίησης και το υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας οδηγούν πολλές χώρες στην επαναξιολόγηση της πυρηνικής τεχνολογίας αυτή τη φορά ως πιθανό σύμμαχο.
Η χώρα μας φαίνεται να διανύει μια μεταβατική περίοδο, κατά την οποία η πυρηνική ενέργεια παύει να αντιμετωπίζεται ως «ταμπού» και εισέρχεται πλέον πιο ουσιαστικά στο πεδίο της ενεργειακής πολιτικής.
Αξιοσημείωτη η στροφή της κοινής γνώμης
Άλλωστε, παρότι έως τώρα η απουσία εγχώριας τεχνογνωσίας αλλά και η έλλειψη ενημέρωσης είχαν διαμορφώσει μια σταθερά αρνητική στάση της ελληνικής κοινωνίας, η πρώτη ολοκληρωμένη δημοσκόπηση για την πυρηνική ενέργεια στη χώρα, που πραγματοποίησαν πριν από λίγο καιρό η Athlos Energy και η MARC Α.Ε., δείχνει σημαντική αύξηση των πολιτών που τάσσονται υπερ της πυρηνικής ενέργειας.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, το 30,3% δήλωσε υπέρ της χρήσης πυρηνικής ενέργειας στην Ελλάδα, ενώ σε αντίστοιχη έρευνα της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας το 2018, μόλις το 18% ήταν υπέρ.
Η πυρηνική ενέργεια στο ραντάρ της κυβέρνησης
Περί τα μέσα Μαρτίου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας στο περιθώριο της δεύτερης Συνόδου για την πυρηνική ενέργεια στο Παρίσι, έδωσε το πράσινο φως για την αξιοποίηση της τεχνολογίας των μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMRs) και στη χώρα μας.
Στο πλαίσιο αυτό, προανήγγειλε τη σύσταση διυπουργικής επιτροπής, η οποία θα αναλάβει να διαμορφώσει τις τελικές εισηγήσεις προς την κυβέρνηση.
Ωστόσο, δεν ήταν η πρώτη φορά που ο κ. Μητσοτάκης αναφέρεται στην πυρηνική ενέργεια. Η αρχή έγινε πέρυσι το καλοκαίρι, όταν στο περιθώριο του Energy Transition Summit, είχε δηλώσει ότι «η Ελλάδα μπορεί να γίνει χώρα με πυρηνική ενέργεια», ξεκαθαρίζοντας ταυτόχρονα ότι πρόκειται για στρατηγική προετοιμασία και όχι για άμεση πολιτική επιλογή.
Λίγο αργότερα, στη συνάντηση της Ευρωπαϊκής Πυρηνικής Συμμαχίας, ο υφυπουργός Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, είχε τονίσει τον καθοριστικό ρόλο της πυρηνικής ενέργειας για την κλιματική ουδετερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ είχε προτείνει να διερευνηθεί η χρήση πυρηνικής ενέργειας ακόμη και στη ναυτιλία.
Την Τρίτη, ο κ. Τσάφος, μιλώντας από το βήμα του 7ου Power & Gas Forum, επανήλθε στο θέμα, παρουσιάζοντας την πυρηνική ενέργεια ως λύση για την μεγάλη μεταβλητότητα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.
Η πυρηνική ενέργεια ως λύση στη μεταβλητότητα των ΑΠΕ
«Όταν σκέφτομαι το μέλλον, τα γραφήματα που με ανησυχούν περισσότερο είναι εκείνα που δείχνουν την ημερήσια παραγωγή ενέργειας από ήλιο και άνεμο στη χώρα. Αν αναρωτηθεί κανείς γιατί μια χώρα όπως η Ελλάδα εξετάζει το ενδεχόμενο της πυρηνικής ενέργειας, ένα μέρος της απάντησης βρίσκεται ακριβώς εδώ», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, «πέρυσι, η αιολική ενέργεια είχε μέσο όρο 28,8 γιγαβατώρες, με ελάχιστο 2,2 και μέγιστο 77,6 μεγαβατώρες. Πρόκειται για έναν πολύ σημαντικό πόρο, που μας οδηγεί σε εξαγωγές και φθηνότερη ενέργεια.
Ωστόσο, καλούμαστε να διαχειριστούμε μια τεράστια μεταβλητότητα, από το 2,2 έως το 77,6. Το ίδιο ισχύει και για την ηλιακή ενέργεια, την οποία ενστικτωδώς θεωρούμε πιο αξιόπιστη.
Ο ήλιος είναι πράγματι εξαιρετικά αξιόπιστος για περίπου 30 ημέρες τον Ιούλιο, όμως δεν είναι το ίδιο αξιόπιστος όλο τον υπόλοιπο χρόνο, αν δει κανείς τα δεδομένα.
Η παραγωγή εμφανίζει έντονες διακυμάνσεις ακόμη και σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, με υψηλή ηλιοφάνεια. Ο μέσος όρος είναι 31,5, με ελάχιστο 2,6 και μέγιστο 54,1 μεγαβατώρες.
Αν αναρωτηθεί κανείς γιατί μια χώρα όπως η Ελλάδα εξετάζει το ενδεχόμενο της πυρηνικής ενέργειας, ένα μέρος της απάντησης βρίσκεται ακριβώς εδώ».
Αυτή η αστάθεια, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν μπορεί να εξαλειφθεί πλήρως. Παρά τις λύσεις αποθήκευσης, όπως μπαταρίες και αντλησιοταμίευση, παραμένουν ημέρες με εξαιρετικά χαμηλή παραγωγή, όπου το σύστημα καλείται να καλύψει το κενό μέσω άλλων πηγών, όπως το φυσικό αέριο ή οι εισαγωγές, γεγονός που ανεβάζει το κόστος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πυρηνική ενέργεια προβάλλεται ως μία πιθανή συμπληρωματική λύση, ικανή να προσφέρει σταθερότητα και ασφάλεια εφοδιασμού.
«Δεν πρόκειται για ένα έργο, αλλά για μια εθνική στρατηγική»
Ο πυρηνικός μηχανικός και συνιδρυτής της Athlos Energy, Διονύσης Χιώνης, μιλώντας στο ίδιο συνέδριο, υπογράμμισε την ανάγκη η Ελλάδα να προσεγγίσει το ζήτημα της πυρηνικής ενέργειας με θεσμικό τρόπο και τεκμηριωμένη ανάλυση, αποφεύγοντας ιδεολογικές αγκυλώσεις και δίνοντας έμφαση σε μια σαφή στρατηγική κατεύθυνση.
Όπως επεσήμανε, το ζητούμενο δεν είναι η λήψη μιας άμεσης απόφασης για κατασκευή πυρηνικών εγκαταστάσεων, αλλά η ενσωμάτωση της πυρηνικής ενέργειας στον συνολικό σχεδιασμό της εθνικής ενεργειακής πολιτικής, με όρους μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, αξιολόγησης και ανάλυσης.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη μεταβολή που παρατηρείται το τελευταίο διάστημα στον δημόσιο διάλογο, σημειώνοντας ότι η πυρηνική ενέργεια έχει πλέον αρχίσει να επανέρχεται στο προσκήνιο.
Όπως ανέφερε, μέχρι πρόσφατα η συζήτηση επικεντρωνόταν σχεδόν αποκλειστικά στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, την αποθήκευση και την αντλησιοταμίευση, ενώ πλέον διευρύνεται ώστε να περιλαμβάνει και άλλες τεχνολογικές επιλογές.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η πυρηνική ενέργεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα μεμονωμένο έργο υποδομής.
Αντίθετα, συνιστά μια συνολική επιλογή σε επίπεδο κράτους, με επιπτώσεις που εκτείνονται στη γεωπολιτική θέση της χώρας, στις διεθνείς συνεργασίες και στη βιομηχανική της ανάπτυξη. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, δεν πρόκειται απλώς για την επιλογή μιας τοποθεσίας και την κατασκευή ενός σταθμού.
Στο ίδιο πλαίσιο, παρέπεμψε σε διεθνή παραδείγματα, όπως η Τουρκία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες που προχωρούν σε εκτεταμένες επενδύσεις στον τομέα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Πολωνία, η οποία υλοποιεί ένα φιλόδοξο σχέδιο ενεργειακής μετάβασης, συνδυάζοντας την απολιγνιτοποίηση με την ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας, μέσω τριών μεγάλων αντιδραστήρων ισχύος περίπου 1,3 GW, αλλά και την παράλληλη ανάπτυξη μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων σε διαφορετικές περιοχές.
Μακροχρόνιος σχεδιασμός και θεσμική προετοιμασία
Ο κ. Χιώνης ανέδειξε, επίσης, τον ιδιαίτερα απαιτητικό χαρακτήρα των πυρηνικών έργων, τα οποία διεθνώς συνοδεύονται από μεγάλους χρόνους υλοποίησης και υψηλό βαθμό πολυπλοκότητας.
Ακόμη και αν ο σχεδιασμός ξεκινούσε άμεσα, όπως σημείωσε, τα πρώτα απτά αποτελέσματα θα μπορούσαν να αναμένονται, στην καλύτερη περίπτωση, προς το 2050.
Υπό αυτό το πρίσμα, καθοριστικής σημασίας θεωρείται η σύσταση διυπουργικής επιτροπής, ως αρχικό βήμα για τη θεσμική θωράκιση και προετοιμασία της χώρας.
Παράλληλα, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην αξιοποίηση της διεθνούς τεχνογνωσίας, όπως το μοντέλο «milestone approach» του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, που καθοδηγεί βήμα προς βήμα την ανάπτυξη πυρηνικών προγραμμάτων.
Τέλος, αναφέρθηκε και στο εύρος των εφαρμογών της πυρηνικής ενέργειας, επισημαίνοντας ότι δεν περιορίζεται στην ηλεκτροπαραγωγή.
Όπως εξήγησε, μπορεί να αξιοποιηθεί σε τομείς όπως η αφαλάτωση, η υποστήριξη ενεργοβόρων υποδομών όπως τα data centers ενώ σε διεθνές επίπεδο εξετάζονται ήδη, σε πρώιμο στάδιο, και πιθανές εφαρμογές στη ναυτιλία.
Τα πλεονεκτήματα των SMRs
Η κατασκευή παραδοσιακών πυρηνικών αντιδραστήρων μεγάλης κλίμακας στις προηγμένες οικονομίες αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια σημαντικές καθυστερήσεις και μεγάλες υπερβάσεις κόστους.
Παράλληλα, το ζήτημα της διαχείρισης των πυρηνικών αποβλήτων παραμένει άλυτο, ενώ η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού δυσχεραίνει περαιτέρω την ανάπτυξη νέων έργων.
Ωστόσο, οι μικροί αρθρωτοί πυρηνικοί αντιδραστήρες (Small Modular Reactors – SMRs) θεωρούνται μία από τις πιο ελπιδοφόρες καινοτομίες στον ενεργειακό τομέα.
Πρόκειται για μια τεχνολογία που προβάλλεται διεθνώς ως μια πιο ευέλικτη και δυνητικά ασφαλέστερη λύση, ικανή να προσφέρει σταθερή ηλεκτροδότηση και οικονομικά οφέλη.
Οι SMRs διαθέτουν ισχύ έως 300 MW και χαρακτηρίζονται από τον αρθρωτό τους σχεδιασμό. Αυτό επιτρέπει την προκατασκευή τους σε εργοστάσιο και τη μεταφορά τους για εγκατάσταση ακόμα και σε απομακρυσμένες περιοχές ή σε περιορισμένους χώρους.
Το χαμηλότερο αρχικό κόστος, η καθαρή ηλεκτροπαραγωγή και η αυξημένη ασφάλεια συγκριτικά με τους παραδοσιακούς αντιδραστήρες σχάσης τα καθιστούν ιδιαίτερα ελκυστικά, ενώ παράγουν επίσης λιγότερα πυρηνικά απόβλητα.
Οι SMRs ενσωματώνουν καινοτόμα χαρακτηριστικά ασφαλείας και μπορούν να αξιοποιηθούν σε νέες βιομηχανικές εφαρμογές, παρέχοντας ηλεκτρική ενέργεια και θερμότητα χαμηλών εκπομπών με μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Επιπλέον, συμβάλλουν στην ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού.
Η τεχνολογία αυτή αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για την απανθρακοποίηση κλάδων όπως οι μεταφορές, η χημική βιομηχανία, η χαλυβουργία και η τηλεθέρμανση.
Παράλληλα, μπορεί να στηρίξει την παραγωγή πράσινου υδρογόνου και να λειτουργήσει συμπληρωματικά στις ΑΠΕ, προσφέροντας ευελιξία και συνέργεια σε ένα σύγχρονο, βιώσιμο ενεργειακό σύστημα.