Η πορεία της ανεργίας στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια καταγράφει αισθητή βελτίωση, χωρίς ωστόσο να εξαλείφονται οι χρόνιες αδυναμίες της αγοράς εργασίας.
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι το ποσοστό ανεργίας τον Δεκέμβριο διαμορφώθηκε στο 7,5%, ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαετιών.
Όπως επισημαίνει το οικονομικό δελτίο της Eurobank «7 Ημέρες Οικονομία», η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη σταδιακή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μετά από μια μακρά περίοδο κρίσεων, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει νέες προκλήσεις που συνδέονται με τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα της αγοράς εργασίας.
Η έκθεση σημειώνει ότι η μείωση της ανεργίας αποτελεί βασικό στόχο κάθε οικονομικής πολιτικής, μαζί με τη διατήρηση της ανάπτυξης και της σταθερότητας των τιμών.
Σε διεθνές επίπεδο, η έννοια της πλήρους απασχόλησης θεωρείται κεντρικός πυλώνας της οικονομικής ισορροπίας. Δεν αφορά όμως απλώς τη χαμηλή ανεργία, αλλά το σημείο στο οποίο η οικονομία αξιοποιεί το εργατικό της δυναμικό χωρίς να δημιουργεί στρεβλώσεις, πιέσεις στο κόστος ή απώλειες παραγωγικότητας.
Υπογραμμίζει πως η κατάσταση της αγοράς εργασίας δεν κρίνεται μόνο από το ποσοστό των ανέργων, αλλά και από τη σχέση μεταξύ ανέργων και κενών θέσεων εργασίας.
Η ύπαρξη πολλών ανέργων συνεπάγεται απώλεια παραγωγής, καθώς ανθρώπινο δυναμικό παραμένει ανενεργό. Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη πολλών κενών θέσεων σημαίνει ότι επιχειρήσεις δαπανούν χρόνο και πόρους για να βρουν προσωπικό, γεγονός που επίσης περιορίζει την αποδοτικότητα της οικονομίας.
Με βάση αυτή τη λογική, η διεθνής βιβλιογραφία εισάγει την έννοια της «αποτελεσματικής ανεργίας», δηλαδή του επιπέδου εκείνου στο οποίο η συνολική σπατάλη πόρων, τόσο από την ανεργία όσο και από τις δυσκολίες στελέχωσης, είναι η μικρότερη δυνατή. Σε αυτό το σημείο, η αγορά εργασίας θεωρείται ότι λειτουργεί με τον πιο ισορροπημένο τρόπο.
Η εφαρμογή αυτής της προσέγγισης στην ελληνική οικονομία δείχνει ότι, παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας μετά το 2018, η αγορά εργασίας παραμένει σε γενικές γραμμές «χαλαρή».
Δηλαδή, το πραγματικό ποσοστό ανεργίας εξακολουθεί να είναι υψηλότερο από το επίπεδο που θα μπορούσε να θεωρηθεί κοινωνικά και οικονομικά βέλτιστο.
Το φαινόμενο αυτό ήταν ιδιαίτερα έντονο κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, αλλά αν και έχει περιοριστεί σημαντικά μετά το 2020, δεν έχει εξαλειφθεί.
Η εικόνα αυτή δεν είναι ομοιόμορφη σε όλους τους κλάδους. Σε ορισμένους τομείς της οικονομίας, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πλέον έλλειψη κατάλληλου προσωπικού, γεγονός που υποδηλώνει σύσφιγξη της αγοράς εργασίας.
Το πρόβλημα δεν είναι τόσο ποσοτικό όσο ποιοτικό: υπάρχει ανεργία, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει δυσκολία εύρεσης εργαζομένων με το κατάλληλο μίγμα δεξιοτήτων.
Η αναντιστοιχία αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής σε κλάδους στρατηγικής σημασίας για τη μακροχρόνια ανάπτυξη της χώρας, όπως η μεταποίηση, ο αγροδιατροφικός τομέας, η υγεία, η εκπαίδευση, ο τουρισμός και οι κατασκευές.
Η έλλειψη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού περιορίζει την παραγωγικότητα, δυσκολεύει την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και μειώνει την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων στις διαρθρωτικές αλλαγές.
Παράλληλα, αν και η ανεργία συνεχίζει να υποχωρεί, ο ρυθμός μείωσής της έχει επιβραδυνθεί. Ορισμένες κοινωνικές ομάδες εξακολουθούν να πλήττονται δυσανάλογα.
Οι νέοι, οι γυναίκες, οι μακροχρόνια άνεργοι και τα άτομα με αναπηρία αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια στην ένταξη ή επανένταξή τους στην αγορά εργασίας.
Τα ποσοστά συμμετοχής των νέων και των γυναικών στην Ελλάδα παραμένουν χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η μακροχρόνια ανεργία εξακολουθεί να βρίσκεται σε από τα υψηλότερα επίπεδα μεταξύ των κρατών-μελών.
Η περαιτέρω αποκλιμάκωση της ανεργίας και η μετάβαση σε μια πιο αποτελεσματική αγορά εργασίας δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στη γενική οικονομική ανάπτυξη.
Απαιτείται συνδυασμός πολιτικών που θα ενισχύσουν τη συμμετοχή περισσότερων ατόμων στο εργατικό δυναμικό και θα βελτιώσουν την αντιστοίχιση δεξιοτήτων και αναγκών.
Η επένδυση στην επαγγελματική κατάρτιση, στη δια βίου μάθηση και στη στενότερη σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διασφάλιση βιώσιμης απασχόλησης και μακροπρόθεσμης οικονομικής ευημερίας.