Έξι στους δέκα οικονομολόγους που συμμετέχουν στο Ελληνικό Πάνελ Οικονομολόγων τάσσονται υπέρ της αξιοποίησης των δημοσιονομικών πλεονασμάτων για την πρόωρη αποπληρωμή του δημόσιου χρέους, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της σχετικής έρευνας για τον Νοέμβριο.
Το Ελληνικό Πάνελ Οικονομολόγων αποτελεί πρωτοβουλία του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) και συγκεντρώνει 75 οικονομολόγους από 59 πανεπιστήμια και φορείς σε 11 χώρες.
Σύμφωνα με το ΚΕΦΙΜ, η κυβερνητική στρατηγική για τη διαχείριση του χρέους στηρίζεται στη συστηματική χρήση των πλεονασμάτων και του αποθεματικού ρευστότητας για την πρόωρη εξόφληση δανείων με υψηλότερο κόστος ή αυξημένο μελλοντικό κίνδυνο.
Από το 2022 έως σήμερα, έχουν πραγματοποιηθεί διαδοχικές πρόωρες αποπληρωμές δανείων του πρώτου μνημονίου, με την τελευταία, ύψους περίπου 5,3 δισ. ευρώ, να ολοκληρώνεται εντός του 2025. Συνολικά, οι πρόωρες αποπληρωμές την τελευταία τριετία υπερβαίνουν τα 20 δισ. ευρώ, ενώ έχει ήδη ολοκληρωθεί και η πρόωρη εξόφληση των υποχρεώσεων προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο από το 2022.
Στην ερώτηση του Πάνελ απάντησαν 21 Ελληνίδες και Έλληνες οικονομολόγοι. Το 62% θεωρεί ορθή την επιλογή πρόωρης αποπληρωμής του χρέους μέσω των πλεονασμάτων, το 10% διαφωνεί, ενώ το 29% εκφράζει επιφυλάξεις ή μετριοπαθείς θέσεις. Τα ποσοστά αθροίζουν 101% λόγω στρογγυλοποίησης.
Τα μέλη του Πάνελ επισημαίνουν ότι, παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει υψηλό και ενδέχεται να καθιστά την οικονομία ευάλωτη σε μελλοντικές κρίσεις.
Η μείωση του χρέους θεωρείται στρατηγικός στόχος για την ενίσχυση της μακροπρόθεσμης δημοσιονομικής σταθερότητας, τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και την αύξηση της αξιοπιστίας της χώρας στις διεθνείς αγορές.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη σημασία της πρόωρης αποπληρωμής ενόψει της λήξης, μετά το 2032, της περιόδου χάριτος που συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους το 2018.
Παράλληλα, αρκετοί οικονομολόγοι τονίζουν την ανάγκη προσεκτικής σύγκρισης της πρόωρης αποπληρωμής με εναλλακτικές χρήσεις των πλεονασμάτων, όπως επενδύσεις σε υποδομές, ενίσχυση της καινοτόμου παραγωγής ή περαιτέρω μείωση της φορολογίας, που ενδεχομένως να έχουν υψηλότερη αναπτυξιακή απόδοση.
Κοινό σημείο των περισσότερων σχολίων αποτελεί η ανάγκη για συνεχή και τεκμηριωμένη ανάλυση κόστους-οφέλους, λαμβάνοντας υπόψη τη φάση του οικονομικού κύκλου, τον βαθμό αβεβαιότητας και το σχετικό κόστος εξυπηρέτησης του υφιστάμενου χρέους σε σύγκριση με το κόστος νέου δανεισμού.