Σε εξέλιξη βρίσκεται η έρευνα της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, με αιτήματα δέσμευσης δύο τραπεζικών λογαριασμών στην Ιρλανδία και στη Δανία, στο πλαίσιο της μεγάλης υπόθεσης φορολογικής απάτης και κλοπής που αφορά την αλυσίδα φούρνων «Χωριάτικο» και άλλες επιχειρήσεις, υπό τη διαχείριση του 58χρονου ιδιοκτήτη και φερόμενου αρχηγού της εγκληματικής οργάνωσης.
Οι λογαριασμοί αυτοί ανήκουν σε δύο αλλοδαπές γυναίκες, που δεν έχουν συλληφθεί, καθώς η μία έχει διαφύγει στη Ρουμανία και η άλλη στη Γερμανία. Οι συγκεκριμένοι λογαριασμοί ήταν συνδεδεμένοι με POS των ελληνικών επιχειρήσεων, διευκολύνοντας το ξέπλυμα μαύρου χρήματος που, σύμφωνα με τις έρευνες, ανέρχεται σε εκατομμύρια ευρώ. Τα κεφάλαια επέστρεφαν στην Ελλάδα ως εμβάσματα και επενδύονταν σε ακίνητα, τουριστικές επιχειρήσεις και άλλα περιουσιακά στοιχεία.
Πηγές αναφέρουν ότι στους εν λόγω λογαριασμούς έχουν εντοπιστεί περίπου 6 εκατ. ευρώ, ενώ εκτιμάται ότι το συνολικό ποσό είναι πολύ μεγαλύτερο, δεδομένης της παράλληλης έρευνας της Αρχής για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος σε επιπλέον λογαριασμούς και θυρίδες.
Το οργανωμένο σχήμα αξιοποιούσε ένα εκτεταμένο δίκτυο άνω των 100 αχυρανθρώπων, μέσω των οποίων άνοιγαν και έκλειναν εταιρείες, πραγματοποιούσαν αγορές ακινήτων και συμμετείχαν σε δημοπρασίες παραλιών, κυρίως στη Ρόδο, αφήνοντας μεγάλα χρέη στις εταιρείες που στη συνέχεια έκλειναν. Παράλληλα, λειτουργούσαν εκατοντάδες καταστήματα με παρόμοια μεθοδολογία.
Στη Ρόδο, η οργάνωση έλεγχε 28 πόστα παραλιών, με αποτέλεσμα 14 από τους 59 κατηγορούμενους να συλληφθούν στο νησί. Η αστυνομική έρευνα αποκάλυψε τη λειτουργία 433 επιχειρήσεων σε Αττική, Ρόδο και Μύκονο, εκ των οποίων οι 340 αφορούσαν καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, όπως φούρνοι, καφετέριες, μπαρ, κέντρα διασκέδασης και στριπ σόου, καλύπτοντας ευρύ φάσμα της αγοράς.
Δομή και λειτουργία της εγκληματικής οργάνωσης
Το δίκτυο των καταστημάτων συντονιζόταν από τα κεντρικά γραφεία στην Αττική, όπου λειτουργούσε ένα άτυπο λογιστικό γραφείο, ενώ υπήρχαν και εξειδικευμένα γραφεία με υποκαταστήματα σε Μύκονο και Ρόδο. Η οργάνωση βασιζόταν σε δίκτυο αχυρανθρώπων και στενή ομάδα υποστήριξης με συγκεκριμένους ρόλους, όπως επίβλεψη επιχειρήσεων, δημιουργία νομικών οντοτήτων και πληρωμή των αχυρανθρώπων.
Οι αχυράνθρωποι, που λάμβαναν μηνιαίο μισθό περίπου 1.000 ευρώ, ήταν άτομα χαμηλού εισοδήματος ή με προβλήματα υγείας, ενώ χρησιμοποιούνταν ακόμη και ανύπαρκτα ή αποβιώσαντα πρόσωπα ως διαχειριστές. Ο 58χρονος, με τα λογιστικά γραφεία του, ίδρυε ΙΚΕ στα στοιχεία των αχυρανθρώπων, άνοιγε τραπεζικούς λογαριασμούς και προχωρούσε στη λειτουργία καταστημάτων που διαχειρίζονταν άλλα μέλη της οργάνωσης προς όφελός του.
Στόχος ήταν η αποφυγή υποχρεώσεων προς το κράτος, καθώς οι νομικές συνέπειες βάρυναν τον αχυράνθρωπο. Σε διάστημα δεκαετίας, η οργάνωση δεν κατέβαλε ποσά που συνολικά ανέρχονται σε περίπου 120 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 38,8 εκατ. αφορούν εργοδοτικές εισφορές στον ΕΦΚΑ, 38 εκατ. χρέη από επιστρεπτέες προκαταβολές και φόρους μισθωτών υπηρεσιών, και 43 εκατ. αποκρυπταία φορολογητέα ύλη (ΦΠΑ, φόρος εισοδήματος κ.λπ.).
Μέθοδοι δράσης και παραδείγματα
Η οργάνωση ανέπτυξε διάφορες μεθόδους, προσαρμοσμένες στο είδος της επιχείρησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα καταστήματα που λειτουργούσαν με ενοικίαση παραλιών από Κτηματική Υπηρεσία και ΕΤΑΔ. Η οργάνωση συμμετείχε σε πλειοδοτικούς διαγωνισμούς με προσφορές πολλαπλάσιες της τιμής εκκίνησης, κατοχυρώνοντας παραλίες με εταιρείες στα στοιχεία αχυρανθρώπων. Συνήθως, κατέβαλλε μόνο την πρώτη δόση, αφήνοντας τα επόμενα έτη απλήρωτα, με τα χρέη να μεταφέρονται στον αχυράνθρωπο.
Επιπλέον, κατοχύρωνε χώρους για 10ετή χρήση και προχωρούσε σε υπομισθώσεις, ενώ τα έσοδα διοχετεύονταν σε τραπεζικούς λογαριασμούς του εξωτερικού, συνδεδεμένους με τα POS των καταστημάτων. Τα χρήματα μεταφέρονταν σε εταιρείες που διαχειρίζονταν υψηλόβαθμα μέλη της οργάνωσης και εμφανίζονταν ως έσοδα από το εξωτερικό, χρηματοδοτώντας αγορές ακινήτων, εκτάσεων, οχημάτων και επενδυτικών πακέτων.