Η υπογεννητικότητα στην Ελλάδα και οι προοπτικές αύξησης της γονιμότητας τις επόμενες δεκαετίες βρίσκονται στο επίκεντρο έρευνας του Βύρωνα Κοτζαμάνη, καθ. (αφ.) Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), που δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του ψηφιακού δελτίου PopNews του ΙΔΕΜ.
Όπως επισημαίνει ο καθηγητής, η μείωση των γεννήσεων στη χώρα, η οποία ξεκίνησε μεταπολεμικά από το 1980 και συνεχίζεται έως σήμερα, αποδίδεται κυρίως στη ραγδαία πτώση της γονιμότητας των γυναικών που γεννήθηκαν μετά το 1960. Οι γυναίκες αυτές απέκτησαν σημαντικά λιγότερα παιδιά – από δύο στις γενεές της δεκαετίας του 1950, σε λιγότερα από 1,5 για όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985.
Η τάση αυτή, σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά παρατηρείται στις περισσότερες χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης. Ωστόσο, σε αυτές τις χώρες η πτώση της γονιμότητας ανακόπηκε προσωρινά στις γενεές του μεσοπολέμου, οδηγώντας στη γνωστή περίοδο baby boom των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών. Αντίθετα, στην Ελλάδα η μείωση συνεχίστηκε αδιάλειπτα και συνοδεύεται από ένα έντονο χάσμα γονιμότητας – δηλαδή τη διαφορά ανάμεσα στον επιθυμητό και τον πραγματικό αριθμό παιδιών.
Το χάσμα αυτό, όπως σημειώνει, αποκαλύπτει ανεκμετάλλευτο αναπαραγωγικό δυναμικό και αναδεικνύει οικονομικούς, κοινωνικούς και θεσμικούς περιορισμούς που εμποδίζουν την τεκνοποίηση. Επιπλέον, η επιτάχυνση της μείωσης των γεννήσεων μετά το 2006 –από 117.000 το 2007-08 σε 65.500 το 2025– συνδέεται με τη συρρίκνωση του πληθυσμού των γυναικών 25-44 ετών, ηλικιακή ομάδα από την οποία προέρχονται σχεδόν οι 9 στις 10 γεννήσεις. Ο αριθμός αυτών των γυναικών μειώθηκε κατά 27% μεταξύ 2007 και 2025, λόγω της μείωσης των γεννήσεων μετά το 1980 και της μετανάστευσης μετά το 2010.
Αλλαγή προτύπων και αύξηση της ατεκνίας
Σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, οι γενεές μετά το 1960 αποκτούν παιδιά σε ολοένα μεγαλύτερη ηλικία – από 26 έτη για όσες γεννήθηκαν το 1960 σε 31,5 για όσες γεννήθηκαν το 1985. Το ποσοστό των γεννήσεων από μητέρες κάτω των 25 ετών μειώθηκε από 28% το 1960 σε 10,4% σήμερα, ενώ αυξήθηκε σημαντικά το ποσοστό των γυναικών άνω των 40 ετών που τεκνοποιούν.
Παράλληλα, αυξάνονται τα ποσοστά ατεκνίας: από 13-14% στις γενεές του 1960 σε περίπου 24% για όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τη μικρή μείωση της πιθανότητας απόκτησης δεύτερου ή τρίτου παιδιού, έχει περιορίσει δραστικά τον αριθμό των πολύτεκνων γυναικών στη χώρα.
Οι προοπτικές για τις επόμενες δεκαετίες
Ο καθηγητής εκτιμά ότι η επιστροφή των γεννήσεων στα επίπεδα της περιόδου 2011-2020, δηλαδή περίπου 92.000 ετησίως, είναι ανέφικτη, εφόσον το μεταναστευτικό ισοζύγιο στις ηλικίες 25-44 ετών παραμείνει μηδενικό. Η συνεχιζόμενη μείωση του πληθυσμού των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία δεν θα επιτρέψει την ανάκαμψη των γεννήσεων, ακόμη κι αν αυξηθούν οι δείκτες γονιμότητας.
Ωστόσο, όπως δηλώνει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, η επιβράδυνση της πτώσης και η σταδιακή αύξηση των γεννήσεων από χαμηλότερα επίπεδα είναι εφικτή. Αυτό προϋποθέτει θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο στις παραγωγικές ηλικίες και αύξηση του μέσου αριθμού παιδιών ανά γυναίκα από 1,45 σε 1,7-1,8.
Καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσει η δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για την οικογένεια και το παιδί, που θα βασίζεται σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και μέτρα τα οποία θα βελτιώνουν έμμεσα τις συνθήκες ζωής και εργασίας. Μια τέτοια πολιτική, υπογραμμίζει ο κ. Κοτζαμάνης, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλες τις συνιστώσες των δημογραφικών εξελίξεων – θνησιμότητα, γονιμότητα και μετανάστευση – καθώς αυτές αλληλεπιδρούν και επηρεάζουν πλήθος κοινωνικών και οικονομικών παραμέτρων.