Σε συνάντηση με τον Ιρανό ομόλογό του, Μασούντ Πεζεσκιάν, ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν πρότεινε τη συμβολή της Μόσχας στη διευθέτηση του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε πριν από τη σύνοδο κορυφής της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών (ΚΑΚ), η οποία διεξάγεται σήμερα στο Τουρκμενιστάν.
«Είμαστε έτοιμοι να κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας για να συμβάλουμε στη διευθέτηση αυτής της κατάστασης», δήλωσε ο Ρώσος πρόεδρος, σύμφωνα με ρωσικά πρακτορεία ειδήσεων. Ο Πούτιν επισήμανε πως το Ιράν καταβάλλει «πραγματικές προσπάθειες για να τερματιστεί η σύγκρουση», η οποία ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου με τους αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς στην Ισλαμική Δημοκρατία.
Από την πλευρά του, ο Πεζεσκιάν υπογράμμισε ότι το Ιράν παραμένει αφοσιωμένο στον διάλογο, προσθέτοντας ωστόσο πως «κάθε φορά που διαπραγματευόμαστε με τις ΗΠΑ, αυτές επιτίθενται ξανά», σύμφωνα με το ιρανικό κρατικό μέσο ενημέρωσης Irib.
Οι δύο ηγέτες θα συμμετάσχουν στη σύνοδο κορυφής της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών στην Αβάζα, παράκτιο θέρετρο της Κασπίας. Ο Πούτιν εξέφρασε την ικανοποίησή του για «τη θετική εξέλιξη» των σχέσεων Ρωσίας – Ιράν, που έχουν ενισχυθεί διπλωματικά και στρατιωτικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Το Ιράν κατηγορείται από το Κίεβο και δυτικές χώρες ότι παρέδωσε τεχνολογία drones Σαχίντ και πυραύλων μικρού βεληνεκούς στη Ρωσία, ενώ η Μόσχα φέρεται να έχει παραδώσει δεδομένα στόχευσης στην Τεχεράνη για επιθέσεις κατά αμερικανικών συμφερόντων στη Μέση Ανατολή.
Η προηγούμενη συνάντηση των δύο προέδρων είχε πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο στο Κιργιστάν, στο περιθώριο συνόδου κορυφής του Οργανισμού Συνεργασίας της Σανγκάης. Διαπιστώνεται ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ Ρωσίας και Ιράν τόσο στον οικονομικό όσο και στον στρατιωτικό τομέα μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία.
Προβλέπονται και άλλες διμερείς συναντήσεις στο περιθώριο της συνόδου της Αβάζα, στην οποία συμμετέχουν χώρες που προήλθαν από εννέα πρώην σοβιετικές δημοκρατίες.
Ο ρόλος της ΚΑΚ και οι γεωπολιτικές ισορροπίες
Η ΚΑΚ ιδρύθηκε τον Δεκέμβριο του 1991, κατά τις τελευταίες εβδομάδες της Σοβιετικής Ένωσης, με στόχο τη διατήρηση των δεσμών μεταξύ των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ.
Όπως σημειώνει ο Γιάνιμπεκ Αρίνοφ, ερευνητής γεωπολιτικής της κεντρικής Ασίας με έδρα το Καζακστάν, «ο σκοπός ήταν να ρυθμίζει τα προβλήματα» ανάμεσα στις χώρες, όπως οικονομικά και πολιτικά ζητήματα. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ΚΑΚ «διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο τις δεκαετίες του 1990, αλλά έκτοτε δεν έχει πραγματικά εξελιχθεί».
Ορισμένα κράτη έχουν αποχωρήσει από την ΚΑΚ. Η Γεωργία αποσύρθηκε μετά τον πόλεμο του 2008 με τη Ρωσία, η Ουκρανία σταμάτησε τη συμμετοχή της μετά την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014, ενώ η Μολδαβία ανακοίνωσε την αποχώρησή της το 2023, στο πλαίσιο της προσέγγισής της με την ΕΕ.
Για τη Μόσχα, που διατηρεί κυρίαρχο ρόλο στην περιοχή, «η ΚΑΚ δείχνει ότι η Ρωσία διαθέτει τη δική της σφαίρα επιρροής, που παγιώνεται και θεσμοθετείται από αυτήν την οργάνωση», σύμφωνα με τον Τεμούρ Ουμάροφ, ερευνητή στο Κέντρο Κάρνεγκι Ρωσίας-Ευρασίας στο Βερολίνο.
Ωστόσο, αρκετά κράτη της ΚΑΚ επιδιώκουν να διαφοροποιήσουν τους οικονομικούς και διπλωματικούς εταίρους τους, ενισχύοντας κυρίως τις σχέσεις με το Πεκίνο και δυτικές χώρες.
Όπως επισημαίνει ο Αρίνοφ, «ακόμη κι αν η Ρωσία αποφασίσει να χρησιμοποιήσει αυτήν την πλατφόρμα ως όχημα μιας αντιδυτικής ή αντιουκρανικής ρητορικής, αυτό δεν σημαίνει ότι τα άλλα μέλη θα προσυπογράφουν συστηματικά τη θέση της».
Περισσότερα από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, έχει καταγραφεί πρόσφατα αύξηση των πληγμάτων μεγάλου βεληνεκούς και από τις δύο πλευρές του μετώπου.
Οι διπλωματικές προσπάθειες των ΗΠΑ για την εξεύρεση ειρηνικής λύσης παραμένουν σε αδιέξοδο, ενώ ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο χαρακτήρισε χθες την κατάσταση «πολύ επικίνδυνη».