Το Ιράν διαμηνύει πως δεν θα αποφύγει ποτέ τον διάλογο με τις ΗΠΑ, σύμφωνα με δηλώσεις του προέδρου Μασούντ Πεζεσκιάν, την ώρα που η Τεχεράνη αξιολογεί την απάντηση της Ουάσινγκτον στην τελευταία της πρόταση για ανασύσταση της κατάπαυσης του πυρός στον Κόλπο.
«Δεν αποφύγαμε ποτέ από τις συνομιλίες, και ποτέ δεν θα τις αποφύγουμε, αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στοχοθετήσει τη χώρα μας τρεις φορές παρότι έχουν υπογράψει συμφωνία», ανέφερε ο Ιρανός πρόεδρος, σύμφωνα με το πρακτορείο Tasnim.
Παράλληλα, το Ιράν εξετάζει μια πιο δυναμική απάντηση σε ενδεχόμενες νέες στρατιωτικές επιθέσεις των ΗΠΑ, όπως αποκαλύπτουν πηγές που επικαλείται το Reuters. Οι Ιρανοί αξιωματούχοι σε ιδιωτικές συνομιλίες εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς την επιτυχία της διπλωματικής προσπάθειας.
Η ιρανική ηγεσία θεωρεί ότι μια νέα εκστρατεία των ΗΠΑ θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με ισχυρότερη απάντηση, παρότι η Τεχεράνη επιδιώκει παράλληλα την αποτροπή κλιμάκωσης μέσω συνομιλιών.
Ανώτεροι διοικητές επανεξετάζουν πιθανούς στόχους, συμπεριλαμβανομένων συμφερόντων των ΗΠΑ σε τρίτες χώρες και πιθανόν εκτός Μέσης Ανατολής, σύμφωνα με ανώτερους Ιρανούς αξιωματούχους και έναν γνώστη των συζητήσεων.
Μετά την επιστροφή του προέδρου Μασούντ Πεζεσκιάν από τη Νέα Υόρκη, η ηγεσία του Ιράν επικεντρώνεται στη στρατηγική απάντησης, εφόσον υπάρξει νέα επίθεση από τις ΗΠΑ. Η τελική απόφαση δεν έχει ληφθεί, ωστόσο οι διεργασίες έχουν ενταθεί, καθώς καμία πλευρά δεν δείχνει διάθεση για συμβιβασμό.
Ο Χαμιντρεζά Αζίζι, ανώτερος Ιρανός αναλυτής στο International Crisis Group, σημειώνει πως η Τεχεράνη δεν γνωρίζει αν ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θα προχωρήσει σε μεγάλη εκστρατεία ή θα επιλέξει πιο περιορισμένα πλήγματα. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι Ιρανοί φαίνονται αποφασισμένοι να μην περιοριστούν σε συμβολικές κινήσεις, στοχεύοντας στην ενίσχυση της αποτροπής.
Η Τεχεράνη λαμβάνει υπόψη και τους πολιτικούς κινδύνους για τον Τραμπ σε περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης, καθώς οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως ο πόλεμος είναι αντιδημοφιλής στις ΗΠΑ και οι υψηλές τιμές καυσίμων προκαλούν ανησυχία ενόψει εκλογών.
Σύμφωνα με δύο Ιρανούς αξιωματούχους, η Τεχεράνη έχει δώσει οδηγίες σε συμμαχικές οργανώσεις σε Λίβανο, Υεμένη και Ιράκ να είναι έτοιμες για υποστήριξη σε περίπτωση μεγάλης κλίμακας επίθεσης των ΗΠΑ. Η συντονισμένη απάντηση αναμένεται να εκτείνεται «από το Στενό του Ορμούζ μέχρι συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή και εκτός της Μέσης Ανατολής».
Το υπουργείο Εξωτερικών του Ιράν δεν έχει σχολιάσει επίσημα τα παραπάνω μέχρι στιγμής. Παράλληλα, η Τεχεράνη διατηρεί ανοιχτό δίαυλο διαπραγματεύσεων, ακόμα και ενώ προετοιμάζεται για πιθανή ευρύτερη σύρραξη.
Βασική ανησυχία για την ιρανική ηγεσία αποτελεί η αντοχή της οικονομίας σε περίπτωση παρατεταμένης αντιπαράθεσης υπό τον αμερικανικό αποκλεισμό, που περιορίζει τις εξαγωγές πετρελαίου και εντείνει τις πιέσεις στους πολίτες.
Κατά τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, η Τεχεράνη υπέβαλε πρόταση μέσω Κατάρ προς την Ουάσινγκτον, που προβλέπει άμεση επανέναρξη της λειτουργίας του Στενού του Ορμούζ και παύση των εχθροπραξιών εντός επτά ημερών, εφόσον γίνει αποδεκτή.
Η πρόταση περιλαμβάνει τερματισμό των εχθροπραξιών, άρση του αποκλεισμού ιρανικών λιμανιών, αποδέσμευση 12 δισ. δολαρίων παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων και εξαίρεση από πετρελαϊκές κυρώσεις. Ο Τραμπ δήλωσε ότι απέρριψε την πρόταση, ωστόσο σύμφωνα με ιρανικά ΜΜΕ, η αμερικανική απάντηση διαβιβάστηκε στην Τεχεράνη και εξετάζεται.
Ιρανικές πηγές αναφέρουν πως η Ουάσινγκτον ζητά να συμπεριληφθεί το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν στις διαπραγματεύσεις, αλλά η Τεχεράνη ξεκαθαρίζει ότι αυτό θα συζητηθεί μόνο μετά την εκπλήρωση των επτά όρων της.
Παρά τη συνέχιση των έμμεσων συνομιλιών, οι πιθανότητες συμφωνίας παραμένουν χαμηλές, σύμφωνα με Ιρανούς αξιωματούχους.
Γνώστης των διαπραγματεύσεων επισημαίνει πως ο συνδυασμός στρατιωτικής πίεσης και οικονομικών περιορισμών δυσχεραίνει τη διαχείριση της κατάστασης από τους θρησκευτικούς ηγέτες του Ιράν, ενώ προκαλεί ανησυχίες για τη σταθερότητα στο εσωτερικό.
Πρώην ανώτερος μεταρρυθμιστής Ιρανός αξιωματούχος εκτιμά ότι η ηγεσία φοβάται επανάληψη διαδηλώσεων, όπως εκείνες που ξέσπασαν τον Ιανουάριο λόγω της επιδείνωσης της οικονομίας. Οι αρχές κατέστειλαν τις διαδηλώσεις, με χιλιάδες νεκρούς διαδηλωτές.
«Η αντιμετώπιση της αναταραχής στο εσωτερικό --ενώ το σύστημα τελεί υπό την πίεση και τις βόμβες των ΗΠΑ-- θα μπορούσε να αποτελέσει μια πολύ ισχυρή πρόκληση στη νομιμότητα του κυβερνώντος κατεστημένου», καταλήγει.