Στην Υεμένη, η επανέναρξη των συγκρούσεων μεταξύ του σιιτικού κινήματος Ανσαραλά, γνωστού και ως Χούθι, και της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης εντείνει τον φόβο για επιστροφή σε πόλεμο ευρείας κλίμακας. Το κίνημα Ανσαραλά, που διατηρεί στενούς δεσμούς με το Ιράν, έχει αυξήσει τις επιθέσεις σε περιοχές που ελέγχονται από τη σαουδαραβική πλευρά, προκαλώντας ανησυχία σε χιλιάδες πολίτες.
Ο Ανουάρ, πατέρας δύο παιδιών, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη γενέτειρά του, τη Χοντάιντα, και να βρει καταφύγιο στη Μόκα. Ωστόσο, πρόσφατες επιθέσεις των Χούθι στο λιμάνι της Μόκα έφεραν τον ίδιο και την οικογένειά του αντιμέτωπους με τον κίνδυνο νέου εκτοπισμού.
«Δεν θέλω οι ζωές μας να στοιχειώνονται μόνιμα από τον πανικό που προκαλεί η τρομοκρατία των Χούθι. Μέχρι τώρα η Μόκα ήταν ασφαλής και καταφύγιο για πολλούς υεμενίτες», εξήγησε ο Ανουάρ στο Γαλλικό Πρακτορείο. Παρόμοια αγωνία εκφράζει και ο Ναζίμ Χαμούντ αλ Ουαμπάνι, που δηλώνει πως «όλος ο κόσμος ζει μέσα στον φόβο» και ότι «κάθε μέρα, πύραυλοι και drones των Χούθι πετάνε πάνω από τα κεφάλια μας».
Η κατάπαυση του πυρός που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών κατέρρευσε μετά από επιθέσεις που αποδόθηκαν στην αεροπορία της Σαουδικής Αραβίας στο αεροδρόμιο της Σανάα. Η κλιμάκωση αυτή εγγράφεται στο πλαίσιο της γενικότερης έντασης στη Μέση Ανατολή, μετά από τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν.
Το κίνημα Ανσαραλά έχει εντείνει τα πλήγματα κατά υποδομών και πλοίων της Σαουδικής Αραβίας, ανακοινώνοντας παράλληλα αποκλεισμό λιμανιών στην Ερυθρά Θάλασσα, περιοχή στρατηγικής σημασίας για το παγκόσμιο εμπόριο υδρογονανθράκων. Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω με το κλείσιμο του στενού του Ορμούζ από την Τεχεράνη.
Εντεινόμενες επιθέσεις και νέα κύματα εκτοπισμών
Ο Μοχάμεντ Άλι, που επίσης εγκατέλειψε τη Χοντάιντα, εξετάζει το ενδεχόμενο να μεταφέρει την οικογένειά του στην Άντεν, φοβούμενος ότι οι μάχες θα φτάσουν και στη Χόκα, όπου διατηρεί κατασκευαστική εταιρεία. Όπως τονίζει, αν συμβεί αυτό, «μπορεί να καταστραφούν όλα, το μέλλον μου κι αυτό των παιδιών μου».
Την περασμένη εβδομάδα, η Ανσαραλά εξαπέλυσε τις πιο πολύνεκρες επιθέσεις των τελευταίων ετών, με 58 νεκρούς στις τάξεις των δυνάμεων της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης στην επαρχία Μαρίμπ. Παράλληλα, βομβαρδισμοί προκάλεσαν τον θάνατο δύο αμάχων σε κατοικημένες περιοχές και καταυλισμούς εκτοπισμένων.
Η επαρχία Μαρίμπ, που αποτελεί εστία έντασης και φιλοξενεί περίπου το 60% των εσωτερικά εκτοπισμένων, βλέπει τις επιθέσεις να πολλαπλασιάζονται. Ο Άλι Μουνίφ, που ζει σε καταυλισμό από το 2021, εκφράζει την αγωνία του: «Αν ξαναρχίσει ο πόλεμος στη Μαρίμπ, να φύγουμε και να πάμε πού;».
Κάτοικος περιοχής κοντά σε στρατόπεδο που επλήγη πρόσφατα περιγράφει πώς τα παράθυρα και οι πόρτες τραντάχτηκαν «σαν να γινόταν σεισμός». Η ίδια, εργαζόμενη σε υπηρεσία αρωγής, σημειώνει ότι «ζούμε με τον μόνιμο φόβο πως θα γίνουμε στόχοι», ενώ δεν μπορεί πλέον να κοιμηθεί από το άγχος και την απελπισία που θυμίζουν τις χειρότερες ημέρες του πολέμου.