Η Πρώτη Διάσκεψη για τη Μετάβαση από τα Ορυκτά Καύσιμα ξεκινά σήμερα στην Κολομβία, με στόχο την αναζήτηση λύσεων πέρα από τα όρια της παραδοσιακής διεθνούς αρχιτεκτονικής για το κλίμα. Η διάσκεψη, που συνδιοργανώνεται από την Κολομβία και την Ολλανδία, αποτελεί την πρώτη μιας σειράς συναντήσεων των 18 κρατών που συμμετέχουν στην ανάπτυξη μιας Συνθήκης για τα Ορυκτά Καύσιμα.
Οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, οι οποίες συνδέονται με τα έσοδα από τα ορυκτά καύσιμα, δεν αναστέλλουν τη συζήτηση για την ενεργειακή μετάβαση. Καθώς η παραγωγή ορυκτών καυσίμων είναι βαθιά ενσωματωμένη στις παγκόσμιες αγορές και τα χρηματοπιστωτικά συστήματα, καμία χώρα δεν μπορεί να προχωρήσει μόνη της στη διαδικασία απανθρακοποίησης.
Ωστόσο, οι χώρες που πρωτοστατούν στην πράσινη μετάβαση αναπροσαρμόζουν τις φιλοδοξίες τους. Η αυξανόμενη γεωπολιτική αστάθεια και ο πόλεμος στο Ιράν οδηγούν κυβερνήσεις να επανεξετάσουν τις ενεργειακές στρατηγικές τους, επιδιώκοντας ενεργειακή ασφάλεια και προστασία των οικονομιών τους.
Για πολλές χώρες αυτό μεταφράζεται σε επιτάχυνση της μετάβασης προς καθαρές πηγές ενέργειας, όπως η ηλιακή και η αιολική. Άλλες, με σημαντικούς πόρους ορυκτών καυσίμων, εξετάζουν την αύξηση των γεωτρήσεων για να ενισχύσουν την αυτάρκειά τους.
Η ελληνική προσέγγιση και ο ενεργειακός ρεαλισμός
Τα πρώτα μηνύματα από τη Σάντα Μάρτα της Κολομβίας θυμίζουν τον ενεργειακό ρεαλισμό που έχει παρουσιάσει η ελληνική κυβέρνηση. Όπως είχε επισημανθεί στο άρθρο του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στους Financial Times, η στρατηγική που υλοποιεί ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, στοχεύει σε μια ομαλή μετάβαση χωρίς βίαιες ανατροπές, διατηρώντας τον στόχο της απανθρακοποίησης.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Politico, η Ελλάδα ανήκει στις χώρες που αξιοποιούν τον ορυκτό τους πλούτο, καθώς «αυτόν τον μήνα προχώρησε στην έγκριση της πρώτης υπεράκτιας εξερεύνησης μετά από σχεδόν 40 χρόνια».
Ευρωπαϊκές στρατηγικές και ενεργειακή αυτονομία
Η Δανία εξετάζει την επέκταση των αδειών πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ η Γερμανία και η Ολλανδία επιδιώκουν αύξηση της παραγωγής φυσικού αερίου. Παράλληλα, η νέα κεντρώα κυβέρνηση συνασπισμού της Ολλανδίας έχει αποκλείσει την επαναλειτουργία του κοιτάσματος Χρόνινγκεν και τη χορήγηση νέων αδειών στη θάλασσα Βάντεν, αλλά συνεχίζει έργα στη Βόρεια Θάλασσα μαζί με τη Γερμανία.
Το ολλανδικό υπουργείο Κλίματος υπογραμμίζει ότι «η Ολλανδία έχει δεσμευτεί πλήρως να εγκαταλείψει τα ορυκτά καύσιμα», αναγνωρίζοντας όμως πως «η μετάβαση είναι περίπλοκη και μακρά». Η ανάγκη για συλλογική δράση και καλύτερη οργάνωση σε μεγάλη κλίμακα αποτελεί κεντρικό θέμα της διάσκεψης στην Κολομβία.
Στη Γερμανία, το πρόσφατο πακέτο μέτρων για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους περιλαμβάνει συμφωνία για ανάπτυξη εγχώριων αποθεμάτων φυσικού αερίου, παράλληλα με την ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών.
Η Γαλλία, μέσω της Γερουσίας, άνοιξε τον δρόμο για νέες γεωτρήσεις σε υπερπόντια εδάφη, παρά τις αντιρρήσεις της κυβέρνησης, ενώ συζητείται και επέκταση παραγωγής στην ηπειρωτική χώρα. Αντίστοιχα, η Δανία εξετάζει περισσότερες άδειες παραγωγής στη Βόρεια Θάλασσα, με τον υπουργό Βιομηχανίας Morten Bødskov να δηλώνει ότι «η Ευρώπη πρέπει να σταθεί στα δικά της πόδια» και να επενδύσει μαζικά σε πράσινες λύσεις και ενεργειακή αυτάρκεια.
Παγκόσμιες προκλήσεις και ενεργειακά διλήμματα
Η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί πρόκληση ακόμη και για τις χώρες που πρωτοστατούν, όπως τονίζει η Μπεθ Γουόκερ, ανώτερη σύμβουλος πολιτικής στο think tank E3G. Το δίλημμα αυτό δεν περιορίζεται στην Ευρώπη.
Η πρόεδρος του Μεξικού, Κλαούντια Σάινμπαουμ, πρώην κλιματολόγος, αναθεωρεί τη στάση της απέναντι στην υδραυλική ρωγμάτωση (fracking), επιδιώκοντας μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές φυσικού αερίου των ΗΠΑ. Όπως δήλωσε, «το χειρότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι απλώς να πούμε όχι».
Πριν από πέντε χρόνια, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας είχε προειδοποιήσει ότι δεν θα πρέπει να εγκριθούν νέα πεδία πετρελαίου και φυσικού αερίου αν ο κόσμος θέλει να πετύχει τον στόχο της Συμφωνίας του Παρισιού για περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας σε 1,5°C. Παρά τις προειδοποιήσεις, τουλάχιστον 180 νέα πεδία εγκρίθηκαν μεταξύ 2021 και 2025, σύμφωνα με τον Σκοτ Ζίμερμαν του Global Energy Monitor.