Σε ηλικία 70 ετών έφυγε από τη ζωή ο θρυλικός Ούγγρος σκηνοθέτης Μπέλα Ταρ (Béla Tarr), όπως γνωστοποιήθηκε από τον σκηνοθέτη Bence Fliegauf εκ μέρους της οικογένειάς του.
Ο Μπέλα Ταρ υπήρξε μια εμβληματική μορφή του ουγγρικού κινηματογράφου, γνωστός για τα μακρά μονοπλάνα και τις ασπρόμαυρες ταινίες του που αποτυπώνουν ερημωμένα τοπία. Το έργο του χαρακτηρίζεται συχνά από σκοτεινή θεματολογία, με κορυφαίο παράδειγμα το «Satantango» («Το τανγκό του Σατανά», 1994), μια επτάωρη ταινία που πραγματεύεται την κατάρρευση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του βραβευμένου με Νόμπελ Λογοτεχνίας Λάσλο Κρασναχορκάι (László Krasznahorkai), στενού συνεργάτη του Ταρ.
Ο δήμαρχος της Βουδαπέστης, Γκέργκελι Καρασόνι, αναφέρθηκε στον σκηνοθέτη ως «τον πιο ελεύθερο άνθρωπο που γνώρισα ποτέ», υπογραμμίζοντας την αφοσίωσή του στην «ουσία του ανθρώπου: την ανθρώπινη αξιοπρέπεια».
Γεννημένος στις 21 Ιουλίου 1955 στην Πεκς της Ουγγαρίας, ο Ταρ γύρισε την πρώτη του ερασιτεχνική ταινία για ρομά εργάτες σε ηλικία 16 ετών, δείχνοντας από νωρίς την κοινωνική του ευαισθησία.
Το 1977, σε ηλικία 22 ετών, παρουσίασε την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, «Οικογενειακή φωλιά», με τη στήριξη του πειραματικού στούντιο Bela Balazs στη Βουδαπέστη, όπου είχε σπουδάσει σκηνοθεσία.
Ανάμεσα στα σημαντικά του επιτεύγματα συγκαταλέγεται η πρώτη ανεξάρτητη ουγγρική ταινία μεγάλου μήκους, η «Κατάρα», που προβλήθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου το 1988, σε σενάριο που συνυπέγραψε με τον Κρασναχορκάι.
Το 2005, σε συνέντευξή του στη γαλλική εφημερίδα Le Figaro, είχε δηλώσει: «Είχα την τύχη να βρω τον δρόμο μου για να επιβιώσω: να κάνω ταινίες, αυτό είναι το δικό μου πράγμα».
Ο Μπέλα Ταρ, που συχνά αποκαλούνταν «ο Ούγγρος Ταρκόφσκι», σκηνοθέτησε επίσης τον «Μάκβεθ» το 1982 και τις «Αρμονίες του Βέρκμαϊστερ», που παρουσιάστηκαν με επιτυχία στο Φεστιβάλ Καννών το 2000.
Μετά την τελευταία μεγάλου μήκους ταινία του, «Το άλογο του Τορίνο» το 2011, ανακοίνωσε την αποχώρησή του από τον κινηματογράφο. Έκτοτε, ασχολήθηκε με τη διδασκαλία κινηματογράφου στην Ουγγαρία, τη Γερμανία και τη Γαλλία, έχοντας δημιουργήσει μόνο δύο ταινίες μικρού μήκους.
Το 2019, σε συνέντευξή του στο ουγγρικό εβδομαδιαίο περιοδικό HVG, είχε δηλώσει: «Έκανα όσα ήθελα».