Η ψηφιοποίηση προβάλλεται συχνά ως ένα ουδέτερο, σχεδόν αυτονόητο βήμα προόδου του σύγχρονου κράτους: μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, καλύτερη στόχευση πολιτικών, δικαιότερη κατανομή βαρών.
Ωστόσο, πίσω από αυτή την τεχνοκρατική αφήγηση αναδύεται ένα βαθύτερο και λιγότερο ορατό ερώτημα.
Καθώς το κράτος αποκτά τη δυνατότητα να συλλέγει, να διασταυρώνει και να επεξεργάζεται δεδομένα σε πραγματικό χρόνο για ολοένα και περισσότερες πτυχές της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, μετασχηματίζεται και το ίδιο.
Δεν πρόκειται πλέον απλώς για έναν θεσμό που ρυθμίζει εκ των υστέρων, αλλά για έναν οργανισμό που «βλέπει» και, σε κάποιο βαθμό, ενσωματώνει κανόνες και ελέγχους μέσα στην ίδια τη ροή της οικονομικής δραστηριότητας.
Το δίλημμα της ισχύος και της ιδιωτικότητας
Έτσι τίθεται ένα κρίσιμο ζήτημα: μπορεί αυτή η εξέλιξη, ακόμη και όταν υπηρετεί θεμιτούς στόχους όπως, π.χ., τη φορολογική συμμόρφωση και τη φορολογική δικαιοσύνη, να οδηγήσει σε ένα κράτος στο οποίο η γνώση για τους πολίτες—για το πώς εργάζονται, συναλλάσσονται και καταναλώνουν—γίνεται ολοένα και πιο πλήρης και άμεση, με κίνδυνο να υπερβεί τα παραδοσιακά όρια της ιδιωτικότητας και της ατομικής αυτονομίας;
Η σχετική βιβλιογραφία για τους θεσμούς και την κατανομή της ισχύος (Acemoglu και συνεργάτες) υπενθυμίζει ότι, όταν η συγκέντρωση πληροφορίας και ελέγχου δεν συνοδεύεται από αντίστοιχα θεσμικά αντίβαρα, δεν ενισχύεται απλώς η αποτελεσματικότητα, αλλά ενδέχεται να δημιουργούνται νέες στρεβλώσεις—στη λήψη αποφάσεων, στην κατανομή των βαρών και, τελικά, στην ίδια τη λειτουργία του κράτους.
Η έννοια της φορολογικής δικαιοσύνης είναι απλή: όλοι οι πολίτες και οι επιχειρήσεις οφείλουν να συνεισφέρουν ανάλογα με τη φοροδοτική τους ικανότητα.
Χωρίς επαρκή έσοδα, το κράτος δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει την υγεία, την εκπαίδευση ή τις υποδομές, δεν μπορεί να μετριάσει τις ανισότητες ούτε να διασφαλίσει στοιχειώδη κοινωνική συνοχή.
Η ψηφιακή μετάβαση υπηρετεί και αυτόν τον στόχο. Μέσα από αυτοματοποιημένες διαδικασίες και διασυνδεδεμένα πληροφοριακά συστήματα, το κράτος αποκτά εργαλεία που μέχρι πρότινος ήταν αδιανόητα.
Το αποτέλεσμα είναι διττό: αφενός μειώνεται το διοικητικό κόστος και ενισχύεται η συμμόρφωση, αφετέρου, όπως προαναφέρθηκε, δημιουργείται μια πρωτοφανής δυνατότητα εκτεταμένης χαρτογράφησης και κατανόησης της οικονομικής δραστηριότητας των πολιτών.
Διαφάνεια, λογοδοσία και θεσμικές εγγυήσεις
Ένα άλλο κρίσιμο θεσμικό ζήτημα είναι ότι τα σύγχρονα ψηφιακά συστήματα δεν λειτουργούν ως ένα ενιαίο εργαλείο, αλλά ως μια αλυσίδα διασυνδεδεμένων διαδικασιών.
Διαφορετικά στάδια—από την αξιολόγηση κινδύνου έως την επιλογή υποθέσεων και την ενεργοποίηση ελέγχων—συνδέονται μεταξύ τους μέσω αυτοματοποιημένων μηχανισμών.
Κάθε επιμέρους βήμα μπορεί να είναι εύλογο και δικαιολογημένο· στο σύνολό της όμως, η διαδικασία καθίσταται δύσκολα κατανοητή και ακόμη δυσκολότερα ελέγξιμη ή αμφισβητήσιμη.
Η προβληματική αυτή δεν είναι θεωρητική. Σε διεθνές επίπεδο, οργανισμοί όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, αναγνωρίζουν ολοένα και περισσότερο ότι η ψηφιοποίηση της κρατικής λειτουργίας πρέπει να συνοδεύεται από ισχυρά πλαίσια προστασίας δεδομένων, διαφάνειας και αλγοριθμικής λογοδοσίας.
Η συζήτηση για την «ψηφιακή διακυβέρνηση» μετατοπίζεται έτσι από την καθαρή αποτελεσματικότητα προς την ισορροπία μεταξύ ισχύος και δικαιωμάτων.
Τα ζητήματα αυτά δεν αναιρούν τη σημασία της ψηφιοποίησης αλλά, αντιθέτως, αναδεικνύουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να επιτύχει.
Η εμπειρία δείχνει ότι η αποτελεσματικότητα των σύγχρονων κρατικών εργαλείων δεν εξαρτάται μόνο από την τεχνολογική τους αρτιότητα, αλλά και από το επίπεδο εμπιστοσύνης που τα περιβάλλει.
Υπό αυτή την έννοια, τα θεσμικά αντίβαρα—σαφή νομικά όρια, ανεξάρτητη εποπτεία, διαφάνεια στη χρήση των δεδομένων και πραγματική λογοδοσία—δεν αποτελούν εμπόδιο στην ψηφιοποίηση, αλλά βασική προϋπόθεση της βιωσιμότητάς της.
Χωρίς αυτά, ακόμη και τα πιο εξελιγμένα συστήματα κινδυνεύουν να υπονομεύσουν τη νομιμοποίησή τους.
Με αυτά, αντίθετα, η ψηφιοποίηση μπορεί να ενισχύσει όχι μόνο τη συμμόρφωση, αλλά και την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος - που αποτελεί, τελικά, το θεμέλιο κάθε αποτελεσματικού και δίκαιου συστήματος.
Η ισορροπία αυτή δεν είναι αφηρημένη.
Προϋποθέτει συγκεκριμένες θεσμικές επιλογές: σαφή και δεσμευτικά όρια στη συλλογή και χρήση δεδομένων, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, όπως αποτυπώνεται και στο ευρωπαϊκό πλαίσιο προστασίας δεδομένων (GDPR), ενσωμάτωση της προστασίας της ιδιωτικότητας ήδη από τον σχεδιασμό των ψηφιακών συστημάτων (privacy by design), διαφάνεια και δυνατότητα ελέγχου των αλγοριθμικών διαδικασιών που επηρεάζουν τους πολίτες, στο πνεύμα των σύγχρονων πρωτοβουλιών για τη διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης (AI governance), και ανεξάρτητη εποπτεία με ουσιαστικές αρμοδιότητες.
Παράλληλα, οι πολίτες θα πρέπει να έχουν πραγματική πρόσβαση στα δεδομένα τους, να γνωρίζουν πώς αυτά χρησιμοποιούνται και να μπορούν να αμφισβητούν αποφάσεις που τους αφορούν.
Χωρίς αυτές τις εγγυήσεις, η ψηφιοποίηση κινδυνεύει να υπονομεύσει τη νομιμοποίησή της· με αυτές, μπορεί να ενισχύσει τόσο την αποτελεσματικότητα όσο και την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Ο Χρήστος Κωτσόγιαννης είναι Καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Exeter και Διευθυντής του Ερευνητικού Ινστιτούτου Tax Administration Research Centre (TARC).