Σε κλοιό ισχυρών ρευστοποιήσεων βρίσκεται η Wall Street την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου, με τον τεχνολογικό κλάδο να δέχεται τις μεγαλύτερες πιέσεις, καθώς τα τελευταία εταιρικά αποτελέσματα αναζωπυρώνουν τον προβληματισμό για τη βιωσιμότητα των τεράστιων επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη (AI).
Η υποχώρηση των μετοχών μεγάλων τεχνολογικών ομίλων συμπαρασύρει τους βασικούς αμερικανικούς δείκτες, την ώρα που οι επενδυτές στρέφονται σε ασφαλέστερες τοποθετήσεις, αναζητώντας προστασία από την αυξημένη μεταβλητότητα.
Αυτή την (14:10 ώρα Νέας Υόρκης), στη Wall Street καταγράφονται ισχυρές απώλειες στους βασικούς χρηματιστηριακούς δείκτες, με τον τεχνολογικό Nasdaq να υποχωρεί κατά -3,37%, στις 25.301,54 μονάδες.
Ο S&P 500 σημειώνει πτώση 2,10%, στις 7.558,18 μονάδες, ενώ ο Dow Jones καταγράφει απώλειες 1,11%, στις 51.759,89 μονάδες.
Η εικόνα αποτυπώνει την ένταση των πιέσεων στον τεχνολογικό κλάδο, με τον Nasdaq να καταγράφει σημαντικά μεγαλύτερες απώλειες από τον βιομηχανικό Dow Jones.
Σύμφωνα με το Reuters, ο δείκτης είχε υποχωρήσει νωρίτερα σε χαμηλά σχεδόν τριών μηνών, καθώς οι επενδυτές επανεξετάζουν τις αποτιμήσεις εταιρειών που έχουν πρωταγωνιστήσει στην άνοδο της αγοράς χάρη στις προσδοκίες για την AI.
Intel, Amazon και Alphabet στο επίκεντρο των πιέσεων
Ιδιαίτερα ισχυρό πλήγμα δέχεται η Intel, η μετοχή της οποίας υποχωρεί περίπου 30%, μετά τις απογοητευτικές προβλέψεις για το τελευταίο τρίμηνο του έτους. Παρά την αύξηση των εσόδων της κατά 21% σε ετήσια βάση, στα 16,5 δισ. δολάρια το τρίτο τρίμηνο, η εταιρεία προβλέπει πωλήσεις μεταξύ 15 και 16 δισ. δολαρίων για το τέταρτο τρίμηνο.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η αδυναμία στην αγορά προσωπικών υπολογιστών ενδέχεται να συνεχιστεί τουλάχιστον έως το πρώτο εξάμηνο του 2027, επιβαρύνοντας τις προοπτικές της.
Οι πιέσεις επεκτείνονται και στους υπόλοιπους κατασκευαστές ημιαγωγών, με τη Nvidia και την AMD να κινούνται πτωτικά, επιβεβαιώνοντας ότι οι ανησυχίες δεν περιορίζονται σε μία μόνο εταιρεία, αλλά επηρεάζουν ευρύτερα την αλυσίδα παραγωγής τεχνολογικού εξοπλισμού.
Στο επίκεντρο βρίσκεται και η Amazon, η οποία ανακοίνωσε αύξηση εσόδων κατά 12%, στα 201,9 δισ. δολάρια, για το τρίτο τρίμηνο. Η δραστηριότητα cloud της Amazon Web Services (AWS) εμφάνισε ισχυρή ανάπτυξη 39%, με πωλήσεις περίπου 46 δισ. δολαρίων. Ωστόσο, οι θετικές επιδόσεις επισκιάστηκαν από το αυξανόμενο κόστος των επενδύσεων. Η Amazon διατήρησε τον στόχο κεφαλαιουχικών δαπανών περίπου 220 δισ. δολαρίων για το 2026, ενώ οι ελεύθερες ταμειακές ροές των τελευταίων 12 μηνών διαμορφώθηκαν σε αρνητικό επίπεδο 42,4 δισ. δολαρίων.
Είχε προηγηθεί την Πέμπτη η μεγάλη πτώση της Alphabet, μητρικής της Google, κατά περίπου 12,6%, η οποία εξανέμισε χρηματιστηριακή αξία άνω των 500 δισ. δολαρίων. Η αντίδραση της αγοράς συνδέθηκε με τις ανησυχίες ότι οι αυξανόμενες δαπάνες για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης περιορίζουν τις ταμειακές ροές, χωρίς ακόμη να έχει αποσαφηνιστεί το χρονοδιάγραμμα απόδοσης αυτών των επενδύσεων.
Από τον ενθουσιασμό για την AI στην ανησυχία για το κόστος
Η υποχώρηση των τεχνολογικών μετοχών αναδεικνύει μια σημαντική μεταβολή στη συμπεριφορά των επενδυτών. Ενώ τα προηγούμενα χρόνια οι ανακοινώσεις μεγάλων επενδυτικών προγραμμάτων στην τεχνητή νοημοσύνη λειτουργούσαν ως καταλύτης για την άνοδο των αποτιμήσεων, πλέον η αγορά εξετάζει πιο προσεκτικά τη σχέση μεταξύ επενδυτικών δαπανών, χρηματοδότησης και πραγματικής κερδοφορίας.
Η κατασκευή data centers, η προμήθεια προηγμένων ημιαγωγών και η ανάπτυξη ενεργοβόρων υποδομών απαιτούν τεράστιους οικονομικούς πόρους. Οι επενδύσεις αυτές μπορούν να ενισχύσουν τη μελλοντική παραγωγικότητα και τα έσοδα, ωστόσο δημιουργούν βραχυπρόθεσμες πιέσεις στις ταμειακές ροές και αυξάνουν την ανάγκη χρηματοδότησης.
Κατά συνέπεια, η αγορά δεν αμφισβητεί απαραίτητα τις μακροπρόθεσμες δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά αναζητά σαφέστερες ενδείξεις ότι οι σχετικές επενδύσεις θα μεταφραστούν σε επαρκείς αποδόσεις για τους μετόχους. Το Reuters επισημαίνει ότι αυτός ο προβληματισμός επηρεάζει πλέον τις τεχνολογικές αγορές διεθνώς, καθώς η αύξηση των επενδυτικών δαπανών συμπίπτει με εντονότερη ανησυχία για το κόστος κεφαλαίου.
Η μεταβολή αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, δεδομένης της υψηλής συγκέντρωσης του S&P 500 σε μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες. Όταν οι επενδυτές περιορίζουν ταυτόχρονα την έκθεσή τους στους ισχυρότερους ομίλους του κλάδου, οι ρευστοποιήσεις μπορούν να επηρεάσουν δυσανάλογα την πορεία των βασικών δεικτών.
Στροφή προς τα αμερικανικά ομόλογα και άνοδος της μεταβλητότητας
Η αυξανόμενη αποστροφή προς τον κίνδυνο αποτυπώνεται και στην αγορά κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ. Σύμφωνα με το Associated Press και το Reuters, η αναζήτηση ασφαλέστερων τοποθετήσεων ενίσχυσε τη ζήτηση για αμερικανικούς κρατικούς τίτλους, οδηγώντας χαμηλότερα τις αποδόσεις τους. Η απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού ομολόγου κινήθηκε κοντά στο 4,94%, ενώ η υποχώρηση των μετοχών συνοδεύτηκε από ενίσχυση της νευρικότητας στις αγορές.
Η μεταβλητότητα ενισχύεται επιπλέον από τις εξελίξεις στην αγορά των κρυπτονομισμάτων. Η Binance ανακοίνωσε περιστατικό κυβερνοασφάλειας με εκτιμώμενο οικονομικό αντίκτυπο περίπου 6,3 δισ. δολαρίων, διευκρινίζοντας ότι περίπου 3 δισ. δολάρια είχαν παγώσει μέσω συνεργαζόμενων φορέων. Η εξέλιξη ενέτεινε την πίεση σε εταιρείες που συνδέονται με τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, ενώ το Bitcoin κινήθηκε προς τα 77.000 δολάρια.
Κρίσιμο τεστ για τις αποτιμήσεις της τεχνολογίας
Το νέο κύμα ρευστοποιήσεων στη Wall Street αποτελεί κρίσιμη δοκιμασία για τον τεχνολογικό κλάδο, ο οποίος είχε επωφεληθεί σημαντικά από τις προσδοκίες γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη.
Η προσοχή των επενδυτών μετατοπίζεται σταδιακά από τις εντυπωσιακές ανακοινώσεις επενδυτικών προγραμμάτων προς την αποτελεσματικότητα αυτών των δαπανών, την παραγωγή ελεύθερων ταμειακών ροών και τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να διατηρήσουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης χωρίς να επιβαρύνουν υπέρμετρα τους ισολογισμούς τους.
Η διάρκεια της διόρθωσης θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από τις επόμενες εταιρικές ανακοινώσεις και από το κατά πόσο οι τεχνολογικοί κολοσσοί θα πείσουν ότι το αυξανόμενο κόστος των υποδομών AI μπορεί να συνοδευτεί από ανάλογη ενίσχυση της κερδοφορίας.