Το 2025 υπήρξε μια χρονιά έντονων αντιθέσεων για τις αγορές. Επενδυτές κατέγραψαν σημαντικά κέρδη αλλά και αιφνίδιες ανατροπές, με τον χρυσό να σπάει ρεκόρ, παραδοσιακούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς να κινούνται με ακραία μεταβλητότητα και επενδυτικές στρατηγικές που θεωρούνταν ασφαλείς να καταρρέουν σε χρόνο μηδέν.
Σύμφωνα με το Bloomberg, η χρονιά χαρακτηρίστηκε από μαζικά στοιχήματα πάνω σε πολιτικές εξελίξεις, υπερβολική μόχλευση και εύθραυστα επενδυτικά αφηγήματα. Οι αγορές είδαν να σημειώνονται ράλι, συνωστισμένες τοποθετήσεις σε αποδόσεις και επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα που βασίζονταν περισσότερο στην αισιοδοξία παρά σε θεμελιώδη μεγέθη.
Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία προκάλεσε έντονες διακυμάνσεις διεθνώς, ενίσχυσε τις ευρωπαϊκές μετοχές άμυνας και έδωσε ώθηση σε νέα κύματα κερδοσκοπίας.
Καθώς το έτος κλείνει, ξεχωρίζουν τα στοιχήματα που απέδωσαν εντυπωσιακά, αλλά και εκείνα που κατέρρευσαν όταν οι συνθήκες άλλαξαν. Το αποτύπωμα του 2025 αφήνει πίσω του ανησυχίες για το 2026, με τις αγορές να αντιμετωπίζουν ξανά γνώριμους κινδύνους: υπερεκτιμημένα assets, εύθραυστες επιχειρήσεις και στρατηγικές που λειτουργούν μόνο όσο διαρκεί η τάση.
Τα στοιχήματα και οι ανατροπές του 2025 σύμφωνα με το Bloomberg
Ο Τραμπ και τα κρυπτονομίσματα
Η σύνδεση του Ντόναλντ Τραμπ με τα κρυπτονομίσματα δημιούργησε αρχικά ισχυρές προσδοκίες στην αγορά. Από memecoins έως tokens και εταιρείες εξόρυξης, κάθε νέο εγχείρημα συνοδευόταν από έντονα ράλι τιμών.
Ωστόσο, η δυναμική αυτή αποδείχθηκε βραχύβια. Τα περισσότερα crypto assets που συνδέονταν με τον Αμερικανό πρόεδρο κατέγραψαν κατακόρυφες απώλειες, με ορισμένα να χάνουν έως και το 99% της αξίας τους.
Παρά την πολιτική στήριξη και την ευνοϊκή στάση της νέας κυβέρνησης απέναντι στον κλάδο, οι επενδύσεις δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από τους παραδοσιακούς κύκλους κερδοσκοπίας των crypto.
Το μεγάλο σορτάρισμα στην ΤΝ
Η αποκάλυψη ότι η Scion Asset Management του Μάικλ Μπέρι έχει τοποθετηθεί πτωτικά απέναντι σε μετοχές–σύμβολα της τεχνητής νοημοσύνης, όπως η Nvidia και η Palantir, λειτούργησε ως ισχυρό καμπανάκι για τις αγορές.
Αν και η συναλλαγή έγινε γνωστή μέσω μιας τυπικής κανονιστικής δήλωσης, η βαρύτητά της ήταν δυσανάλογη του μεγέθους του fund, λόγω της φήμης του Μπέρι ως επενδυτή που είχε προβλέψει τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσαν οι εξαιρετικά χαμηλές τιμές άσκησης των put options, που υποδηλώνουν σενάρια έντονης διόρθωσης, αλλά και η χρονική συγκυρία: μια αγορά που κυριαρχείται από λίγες μετοχές AI, υψηλές αποτιμήσεις, μαζικές παθητικές εισροές και χαμηλή μεταβλητότητα. Παρότι δεν είναι σαφές αν οι θέσεις του Μπέρι παραμένουν ενεργές ή αποτελούν μέρος πιο σύνθετης στρατηγικής, η γνωστοποίησή τους αρκούσε για να προκαλέσει αρχικές πιέσεις στις μετοχές και στον Nasdaq συνολικά.
Η άμυνα και οι προοπτικές των μετοχών
Η άμυνα περνά από το περιθώριο στο επίκεντρο των αγορών. Οι ευρωπαϊκές αμυντικές μετοχές εκτοξεύθηκαν το 2025 καταγράφοντας άνοδο μεγαλύτερη ακόμη και από την περίοδο έναρξης του πολέμου.
Η προοπτική περιορισμού της αμερικανικής στρατιωτικής στήριξης προς την Ουκρανία, σε συνδυασμό με τη γενικότερη γεωπολιτική αβεβαιότητα, ανάγκασε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αυξήσουν δραστικά τις αμυντικές τους δαπάνες. Το αποτέλεσμα ήταν ένα ισχυρό ράλι στις μετοχές εταιρειών όπως η Rheinmetall και η Leonardo, με τον ευρύτερο κλάδο να υπεραποδίδει ακόμη και σε σύγκριση με την περίοδο έναρξης του πολέμου.
Παράλληλα, παρατηρείται μια σαφής μεταστροφή στη στάση των διαχειριστών κεφαλαίων. Ο κλάδος της άμυνας, που επί χρόνια θεωρούνταν ασύμβατος με τα κριτήρια ESG, επαναξιολογείται ως αναγκαίος πυλώνας ασφάλειας και σταθερότητας. Ορισμένα funds αναθεώρησαν τις επενδυτικές τους εντολές, δίνοντας έμφαση σε «αμυντικά» οπλικά συστήματα και στη συλλογική ασφάλεια.
Η επενδυτική έκρηξη δεν περιορίστηκε στις μετοχές. Επεκτάθηκε και στις αγορές χρέους, με την εμφάνιση «Ευρωπαϊκών Αμυντικών Ομολόγων» και αυξημένο ενδιαφέρον για εταιρείες που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την άμυνα.
Στροφή σε επενδύσεις πέρα από ομόλογα και δολάριο
Το 2025, οι αυξανόμενες ανησυχίες για τα υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους σε μεγάλες οικονομίες και η απουσία πολιτικής βούλησης για τη δημοσιονομική τους αντιμετώπιση ενίσχυσαν την επενδυτική αφήγηση του «debasement trade».
Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι επενδυτές στράφηκαν σε χρυσό και εναλλακτικά περιουσιακά στοιχεία, όπως τα κρυπτονομίσματα, εκφράζοντας δυσπιστία απέναντι στα κρατικά ομόλογα και το αμερικανικό δολάριο. Η αφήγηση εντάθηκε τον Οκτώβριο, όταν οι φόβοι για τη δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ συνδυάστηκαν με το μεγαλύτερο κυβερνητικό shutdown στην ιστορία της χώρας.
Σε αυτό το περιβάλλον αβεβαιότητας, ο χρυσός και το Bitcoin κατέγραψαν ταυτόχρονα ιστορικά υψηλά, γεγονός σπάνιο για δύο περιουσιακά στοιχεία που συχνά αντιμετωπίζονται ως ανταγωνιστικά. Το επεισόδιο ανέδειξε τον φόβο υποτίμησης των νομισμάτων και τη στροφή των επενδυτών προς εναλλακτικά «καταφύγια αξίας».
Το ρεκόρ του χρυσού
Το «debasement trade» συνέβαλε στην άνοδο του χρυσού σε νέα ιστορικά υψηλά, προσφέροντας μια διέξοδο σε ένα σύνθετο μακροοικονομικό περιβάλλον. Ωστόσο, η στρατηγική δεν λειτούργησε ομοιόμορφα σε όλες τις αγορές.
Τα κρυπτονομίσματα, με αιχμή το Bitcoin, υποχώρησαν, ενώ το δολάριο σταθεροποιήθηκε και τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα κατευθύνονται προς την καλύτερη ετήσια επίδοσή τους από το 2020, αποδεικνύοντας ότι η ζήτηση για ασφαλή καταφύγια παραμένει ισχυρή ακόμη και εν μέσω ανησυχιών για το δημόσιο χρέος.
Παράλληλα, οι διακυμάνσεις στα βιομηχανικά μέταλλα επηρεάστηκαν περισσότερο από εμπορικές πολιτικές και μακροοικονομικούς παράγοντες παρά από φόβους νομισματικής υποτίμησης.
Ο χρυσός, ωστόσο, ξεχώρισε, καθώς η επενδυτική τοποθέτηση γύρω από την υποτίμηση εξελίχθηκε σε στοχευμένο στοίχημα πάνω στα επιτόκια, τη νομισματική πολιτική και την αναζήτηση προστασίας.
Η ανατροπή μετά από δεκαετίες στην αγορά ιαπωνικών ομολόγων
Το 2025 σηματοδοτεί μια ιστορική ανατροπή για την αγορά ιαπωνικών κρατικών ομολόγων, μετατρέποντας το διαβόητο «widowmaker» trade —που επί δεκαετίες κόστιζε ακριβά στους επενδυτές— σε μία από τις πιο κερδοφόρες στρατηγικές της χρονιάς.
Η μακροχρόνια πεποίθηση ότι το τεράστιο δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε άνοδο επιτοκίων είχε επανειλημμένα διαψευστεί από τη χαλαρή νομισματική πολιτική της Τράπεζας της Ιαπωνίας.
Ωστόσο, το σκηνικό άλλαξε δραστικά. Οι αυξήσεις επιτοκίων, η μείωση των αγορών ομολόγων από την κεντρική τράπεζα και το ισχυρό δημοσιονομικό πακέτο της κυβέρνησης Τακαΐτσι οδήγησαν σε απότομη άνοδο των αποδόσεων. Τα 10ετή ομόλογα ξεπέρασαν το 2%, ενώ τα 30ετή έφτασαν σε ιστορικά υψηλά.
Με κορυφαίους διαχειριστές κεφαλαίων να στοιχηματίζουν περαιτέρω πτώση και με το υψηλότερο χρέος προς ΑΕΠ στον ανεπτυγμένο κόσμο, η αρνητική δυναμική για τα ιαπωνικά ομόλογα φαίνεται πιθανό να συνεχιστεί.
Η κατάρρευση της τουρκικής λίρας
Τα επιτόκια άνω του 40% και η στήριξη της ισοτιμίας της τουρκικής λίρας από την κεντρική τράπεζα προσέλκυσαν μαζικές εισροές κεφαλαίων από διεθνείς επενδυτικούς οίκους.
Ωστόσο, η στρατηγική κατέρρευσε στις 19 Μαρτίου, όταν η σύλληψη του δημάρχου της Κωνσταντινούπολης προκάλεσε πολιτική αναταραχή, μαζικές διαδηλώσεις και ανεξέλεγκτες πιέσεις στη λίρα που οδήγησαν σε ένα τεράστιο κύμα πωλήσεων.
Μέσα σε μία ημέρα καταγράφηκαν εκροές περίπου 10 δισ. δολαρίων από τουρκικά περιουσιακά στοιχεία, ενώ η αγορά δεν ανέκαμψε ουσιαστικά ποτέ. Μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου, η λίρα είχε χάσει περίπου 17% της αξίας της έναντι του δολαρίου, αποτελώντας ένα από τα χειρότερα νομίσματα παγκοσμίως και υπενθυμίζοντας ότι, παρά τις υψηλές αποδόσεις, οι επενδύσεις αυτές παραμένουν ιδιαίτερα ευάλωτες σε απρόβλεπτες πολιτικές εξελίξεις.
Η τρικυμία της αναδιάρθωσης της αγοράς πιστώσεων
Οι αγορές πιστώσεων το 2025 δεν ταράχθηκαν από μία και μόνο θεαματική κατάρρευση, αλλά από μια σειρά μικρότερων, οι οποίες αποκάλυψαν ανησυχητικές πρακτικές. Εταιρείες που θεωρούνταν μέχρι πρότινος συνηθισμένοι και αξιόπιστοι δανειολήπτες βρέθηκαν σε δυσκολία, αφήνοντας τους πιστωτές να μετρούν σημαντικές απώλειες.
Περιπτώσεις, όπως η Saks Global, η New Fortress Energy, η Tricolor και η First Brands, προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στους πιστωτές, μέσω αποτυχημένων αναδιαρθρώσεων, καταρρεύσεων ομολόγων και πτωχεύσεων.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν πρακτικές απάτης ή υπεραισιόδοξες προβλέψεις που δεν επιβεβαιώθηκαν. Η περίοδος παρατεταμένης χαλαρής νομισματικής πολιτικής και χαμηλών αθετήσεων είχε διαβρώσει τα πιστωτικά πρότυπα, αποδυναμώνοντας τον έλεγχο εξασφαλίσεων και τη βασική αξιολόγηση των δανειοληπτών.
Ειδικότερα, οι χρηματοδότες τόσο της First Brands όσο και της Tricolor δεν είχαν εντοπίσει ότι οι δανειολήπτες φέρονται να δεσμεύουν τα ίδια περιουσιακά στοιχεία περισσότερες από μία φορές και να συγχέουν εξασφαλίσεις που υποστήριζαν διαφορετικά δάνεια.
Όπως προειδοποίησε και ο επικεφαλής της JPMorgan, Jamie Dimon, τα μεμονωμένα περιστατικά ενδέχεται να αποτελούν ένδειξη βαθύτερων προβλημάτων που θα απασχολήσουν έντονα τις αγορές και το 2026. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά «Όταν βλέπεις μία κατσαρίδα, πιθανότατα υπάρχουν κι άλλες».