Σε μια μεγάλη επαναξιολόγηση των επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη προχωρά η Wall Street, καθώς η εκρηκτική ανάπτυξη των data centers, που αποτέλεσε έναν από τους βασικούς κινητήρες ανόδου των τεχνολογικών μετοχών τα τελευταία χρόνια, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με σημαντικές προκλήσεις.
Η σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ έχει προκαλέσει ερωτήματα για τη βιωσιμότητα του επενδυτικού κύκλου εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων που έχει δημιουργηθεί γύρω από την AI και λειτούργησε ως καταλύτης για ένα από τα μεγαλύτερα ξεπουλήματα τεχνολογικών μετοχών των τελευταίων ετών.
Το ερώτημα που αρχίζει να απασχολεί ολοένα περισσότερο τους επενδυτές είναι το πόσο γρήγορα θα αποδώσουν οι τεράστιες επενδύσεις σε υποδομές, μικροτσίπ και υπολογιστική ισχύ στην ΤΝ, σε ένα περιβάλλον όπου το ενεργειακό κόστος αυξάνεται και οι κυβερνήσεις εξετάζουν αυστηρότερους περιορισμούς.
Είναι χαρακτηριστικό πως μετά τις εκλογές στις ΗΠΑ και την αρχική αισιοδοξία που κατέγραψε η αγορά, την Πέμπτη ο τεχνολογικός Nasdaq κατέρρευσε κατά 5,5%, χάνοντας περίπου 2,5 τρισ. δολάρια σε χρηματιστηριακή αξία, ενώ ο δείκτης ημιαγωγών Philadelphia Semiconductor υποχώρησε κατά 12%.
Η Nvidia, που βρίσκεται στο επίκεντρο της επενδυτικής έκρηξης της AI, έχασε 9,3%, η AMD 17,3% και η Micron περίπου 17,5%, καθώς οι επενδυτές έσπευσαν να περιορίσουν την έκθεσή τους στις εταιρείες που ωφελήθηκαν περισσότερο από την ανάπτυξη των υποδομών Τεχνητής Νοημοσύνης.
Την Παρασκευή υπήρξε προσπάθεια ανάκαμψης με τον Nasdaq να ενισχύεται περίπου 1% και τις μετοχές των ημιαγωγών να ανακτούν μέρος των απωλειών τους, μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, με τον δείκτη πάντως να έχει χάσει πάνω από 10% από τα πρόσφατα υψηλά του.
Οι εκλογές που άλλαξαν τις προσδοκίες για την AI
Η πολιτική ανατροπή στις ΗΠΑ που προκάλεσε η νίκη των Δημοκρατικών έφερε στο προσκήνιο την αυξανόμενη κοινωνική και πολιτική αντίδραση απέναντι στην ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των data centers, φέρνοντας ένα νέο προβληματισμό στη Wall Street.
Οι Δημοκρατικοί εξασφάλισαν τον έλεγχο του Κογκρέσου, ενώ κατέγραψαν σημαντικές νίκες σε πολιτείες που συγκεντρώνουν μεγάλο μέρος των σχεδιαζόμενων επενδύσεων σε υποδομές Τεχνητής Νοημοσύνης.
Στο Τέξας και την Τζόρτζια, όπου αναπτύσσονται μεγάλα επενδυτικά σχέδια, υποψήφιοι που υποστήριξαν περιορισμούς ή προσωρινή αναστολή της κατασκευής νέων data centers επικράτησαν στις εκλογές.
Το αποτέλεσμα δημιούργησε ανησυχίες ότι η ανάπτυξη νέων υποδομών θα μπορούσε να καθυστερήσει σημαντικά, ιδιαίτερα εάν αυστηροποιηθούν οι διαδικασίες αδειοδότησης και επιβληθούν πρόσθετες απαιτήσεις για την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και νερού.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Goldman Sachs που επικαλείται το Reuters, οι πολιτείες όπου θα μπορούσαν να επιβληθούν περιορισμοί αντιστοιχούν περίπου στο 45% της σχεδιαζόμενης δυναμικότητας data centers στις ΗΠΑ, με το Τέξας να συγκεντρώνει από μόνο του περίπου το 25%.
Πρόκειται για ένα σημαντικό ρίσκο για τις εταιρείες που σχεδιάζουν την επόμενη γενιά ψηφιακών υποδομών, αλλά και για τους προμηθευτές τους, οι οποίοι έχουν στηρίξει τις προβλέψεις ανάπτυξής τους στη συνεχή αύξηση των επενδύσεων.
Πάντως, η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών δεν σημαίνει ότι θα επιβληθεί αυτομάτως ένα νέο ομοσπονδιακό ρυθμιστικό πλαίσιο. Με τον Ντόναλντ Τραμπ να παραμένει στον Λευκό Οίκο, οι σημαντικότερες άμεσες παρεμβάσεις ενδέχεται να προέλθουν από τις πολιτείες και τις τοπικές αρχές.
Η μεγάλη δοκιμασία έρχεται το 2028
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκτιμήσεις για το πότε οι νέοι περιορισμοί θα μπορούσαν να επηρεάσουν ουσιαστικά τις επενδύσεις.
Σύμφωνα με τον Michael Cembalest της J.P. Morgan Asset Management, περίπου το 75% των υποδομών συνολικής ισχύος 37 GW που προγραμματίζεται να λειτουργήσουν το 2027 βρίσκεται ήδη υπό κατασκευή.
Επομένως, σημαντικό μέρος των επενδύσεων του επόμενου έτους έχει προχωρήσει αρκετά ώστε να είναι δυσκολότερο να ανατραπεί.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στο 2028, όταν ο σχεδιασμός προβλέπει υποδομές συνολικής ισχύος περίπου 96 GW.
Από αυτές, 37,5 GW ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπα με προσωρινή αναστολή, ενώ άλλα 15 GW θα μπορούσαν να επηρεαστούν από πρόσθετους περιορισμούς και προϋποθέσεις.
Οι παρεμβάσεις μπορεί να περιλαμβάνουν αυστηρότερα όρια στην κατανάλωση νερού, υποχρέωση συμμετοχής των εταιρειών στο κόστος ανάπτυξης των ηλεκτρικών δικτύων και περιορισμό των φορολογικών κινήτρων.
Για τη Wall Street, ακόμη και η καθυστέρηση των σχεδιαζόμενων έργων έχει μεγάλη σημασία, καθώς μπορεί να μεταθέσει χρονικά τις παραγγελίες εξοπλισμού και τα προσδοκώμενα έσοδα ολόκληρης της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Ο προβληματισμός για τον λογαριασμό που δημιουργείται
Η ανησυχία των επενδυτών δεν περιορίζεται στις πολιτικές εξελίξεις. Αντίθετα, οι εκλογές φαίνεται πως επιτάχυναν μια συζήτηση που είχε ήδη ξεκινήσει σχετικά με το ύψος και την απόδοση των επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη.
Οι τεχνολογικοί κολοσσοί Microsoft, Amazon, Alphabet και Meta έχουν επενδύσει τεράστια ποσά για την κατασκευή data centers, την αγορά εξειδικευμένων επεξεργαστών και τη δημιουργία νέων υπηρεσιών AI.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της UBS που δημοσιοποιήθηκαν το καλοκαίρι, οι κεφαλαιουχικές δαπάνες των μεγάλων παρόχων υπολογιστικού νέφους αναμένεται να αυξηθούν κατά 76% το 2026, στα 673 δισ. δολάρια.
Ωστόσο, ο ρυθμός αύξησης προβλέπεται να περιοριστεί στο 25% το 2027 και μόλις στο 6% το 2028, στοιχείο που δείχνει ότι η αγορά ήδη ανέμενε σημαντική επιβράδυνση μετά την αρχική επενδυτική έκρηξη.
Παράλληλα, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, οι Microsoft, Meta, Oracle, Amazon και Alphabet είχαν αναλάβει έως τον Αύγουστο μελλοντικές δεσμεύσεις μισθώσεων περίπου 1,09 τρισ. δολαρίων, κυρίως για εγκαταστάσεις που συνδέονται με την ανάπτυξη της AI.
Το μέγεθος των δεσμεύσεων αυτών αναδεικνύει τη σημασία της εξασφάλισης επαρκούς ζήτησης τα επόμενα χρόνια, ώστε οι επενδύσεις να μετατραπούν σε έσοδα και κερδοφορία.
Για τους επενδυτές, το ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο πόσα χρήματα κατευθύνονται στην AI, αλλά και πόση πραγματική αξία δημιουργείται από κάθε νέο δολάριο επένδυσης.
Ποιοι βρέθηκαν στο επίκεντρο των πιέσεων
Οι μεγαλύτερες απώλειες καταγράφηκαν στις εταιρείες που βρίσκονται στην αρχή της επενδυτικής αλυσίδας, όπως οι κατασκευαστές επεξεργαστών και μνημών.
Η Nvidia αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς η ζήτηση για τους προηγμένους επεξεργαστές της έχει συνδεθεί άμεσα με την κατασκευή νέων data centers.
Αντίστοιχα, AMD, Micron και Broadcom βρίσκονται αντιμέτωπες με τον κίνδυνο να επιβραδυνθούν οι παραγγελίες, εάν οι μεγάλοι τεχνολογικοί όμιλοι μεταθέσουν ή περιορίσουν μέρος των επενδύσεών τους.
Η πίεση επεκτείνεται και σε επιχειρήσεις υποδομών, παρόχους εξειδικευμένης υπολογιστικής ισχύος και εταιρείες ενεργειακού εξοπλισμού, καθώς η ανάπτυξη της AI δημιουργεί ζήτηση σε ολόκληρη την αλυσίδα, από τα μικροτσίπ μέχρι τους μετασχηματιστές και τα συστήματα ψύξης.
Την ίδια στιγμή, το υψηλό κόστος χρηματοδότησης προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας, ιδιαίτερα για μικρότερες εταιρείες που βασίζονται σε δανεισμό για να κατασκευάσουν νέες εγκαταστάσεις.
Το ενεργειακό κόστος και ο πόλεμος στο Ιράν
Στην εξίσωση προστίθεται και το ενεργειακό κόστος, που έχει αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν και των αναταράξεων στις διεθνείς αγορές πετρελαίου.
Τα data centers αποτελούν ιδιαίτερα ενεργοβόρες εγκαταστάσεις, ενώ η ανάπτυξή τους απαιτεί μεγάλες επενδύσεις σε ηλεκτρικά δίκτυα, εξοπλισμό και υποδομές ψύξης.
Η άνοδος των ενεργειακών τιμών ενισχύει τους προβληματισμούς για το λειτουργικό κόστος, την ώρα που δημιουργεί πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις και περιορίζει τα περιθώρια μείωσης των επιτοκίων.
Τα ισχυρότερα από τις προβλέψεις στοιχεία απασχόλησης στις ΗΠΑ την Παρασκευή ενίσχυσαν, μάλιστα, τις εκτιμήσεις για νέα αύξηση επιτοκίων από τη Fed, επιβαρύνοντας περαιτέρω το επενδυτικό περιβάλλον.