Σε ανύποπτη στιγμή, πριν από λίγο καιρό, η Εσθονία ζήτησε από την Αθήνα να αναλάβει την αστυνόμευση του εναέριου χώρου της (Air Policing) στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.
Η Ελλάδα αρνήθηκε. Το «όχι» συνδεόταν με τις υφιστάμενες συμμαχικές υποχρεώσεις της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας στους εναέριους χώρους Αλβανίας, Βόρειας Μακεδονίας και Μαυροβουνίου.
Τον περασμένο Ιούλιο, η ανακοίνωση της ανάπτυξης πέντε τουρκικών μαχητικών F-16 στη βαλτική χώρα, στο πλαίσιο της συμμαχικής αεροπορικής περιφρούρησής της, συνοδεύτηκε από απορία στην Ελλάδα· η Άγκυρα κάλυψε τη θέση που είχε αρνηθεί η Αθήνα.
Ο τρόπος λειτουργίας και η ταχύτητα λήψης αποφάσεων στη διεθνή πολιτική, πολλώ δε μάλλον στο τρέχον, διαρκώς μεταβαλλόμενο στερέωμα, είναι αμείλικτα.
Το περιστατικό είναι ένα από τα πολλά δείγματα αμυντικής διπλωματίας (defence diplomacy), ενός σχετικά νέου όρου της βιβλιογραφίας, που σύμφωνα με τους Άντριου Κότι και Άντονι Φόρστερ «περιλαμβάνει τη συνεργατική χρήση των ενόπλων δυνάμεων και των συναφών υποδομών (κυρίως των υπουργείων άμυνας) σε καιρό ειρήνης, ως εργαλείου εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας» (Αναδιαμορφώνοντας την Αμυντική Διπλωματία: Νέοι Ρόλοι για τη Στρατιωτική Συνεργασία και Αρωγή, 2004).
Η Αθήνα έχει πραγματοποιήσει αρκετά βήματα στον τρόπο που ασκεί την αμυντική της διπλωματία, επιδιώκοντας, κατά περιστάσεις, να λειτουργήσει ως πάροχος ασφαλείας. Η επιλογή αυτή ενέχει ρίσκα, αλλά αποφέρει και οφέλη, χωρίς ωστόσο να στηρίζεται σε κάποια διατυπωμένη στρατηγική.
Ταυτόχρονα, και συμπληρωματικά προς την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΔ) της με ισχυρές αεροπορικές και ναυτικές πλατφόρμες (F-16 Viper, Rafale, F-35, φρεγάτες FDI, Bergamini κ.ά.), η Αθήνα αναπτύσσει στρατηγικές σχέσεις με κράτη που θεωρεί ότι θα της προσφέρουν εξωτερική εξισορρόπηση έναντι της βασικής απειλής που αντιμετωπίζει, της τουρκικής.
Με πιο ευρεία θεώρηση, αμυντική διπλωματία μπορεί να θεωρηθεί η ελληνική συμμετοχή στον Πόλεμο της Κορέας. Στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου, το 1950, η Ελλάδα, αν και δεν την είχε αναγνωρίσει ακόμα διπλωματικά και ενώ η ίδια είχε μόλις εξέλθει από έναν καταστροφικό εμφύλιο, έστειλε συνολικά –όχι ταυτόχρονα– 10.000 στρατιώτες προς υπεράσπιση της Νότιας Κορέας.
Έκτοτε, οι σχέσεις Αθήνας–Σεούλ, με διπλωματική αφετηρία το 1961, αναπτύχθηκαν ποικιλοτρόπως, με επίκεντρο τη ναυτιλία και τη ναυπηγοεπισκευαστική. Διμερές ορόσημο παραμένει η συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο.
Οι εποχές άλλαξαν. Οι 196 νεκροί και οι 610 τραυματίες που στοίχισε στην Ελλάδα η Κορέα θα ήταν σήμερα κάτι αδιανόητο για κυβερνώντες και κυβερνώμενους. Το πολιτικό κόστος θα ήταν το λιγότερο αβάσταχτο.
Άλλωστε, η αξία της ανθρώπινης ζωής μετριέται πλέον διαφορετικά. Γι' αυτό, εδώ και δεκαετίες, η ελληνική αμυντική διπλωματία έχει στραφεί σε ειρηνευτικές, ανθρωπιστικές και αμυντικές αποστολές υπό την αιγίδα των ΕΕ, ΝΑΤΟ και ΟΗΕ, καθώς και σε διμερείς συμφωνίες με κράτη άμεσου ενδιαφέροντός της.
Ο πόλεμος ως ευκαιρία
Ο πόλεμος που ξεκίνησαν ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν τον περασμένο Φεβρουάριο προσέφερε στην Αθήνα τη δυνατότητα να αναδείξει τον ρόλο της σε μια περιοχή που εκτείνεται από τα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τον Κόλπο, προωθώντας παράλληλα τα εθνικά της συμφέροντα.
Μετά τις επιθέσεις ιρανικών drones εναντίον των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο, η Ελλάδα απέστειλε άμεσα δύο φρεγάτες, μεταξύ των οποίων τον «Κίμωνα», και δύο ζεύγη μαχητικών F-16. Πέραν των στενά δικών της εθνικών λόγων, η κινητοποίηση της Αθήνας πυροδότησε και ευρωπαϊκή αρωγή προς τη Μεγαλόνησο (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Ολλανδία).
Παρότι η Ελλάδα διεμήνυσε ότι οι δυνάμεις αποτελούν ομπρέλα ασφαλείας για ολόκληρο τον πληθυσμό της Κυπριακής Δημοκρατίας, αυτό δεν εμπόδισε την Άγκυρα να στείλει έξι μαχητικά F-16 και συστήματα αεράμυνας στα Κατεχόμενα.
Η Αθήνα ανταποκρίθηκε και στο αίτημα της Σόφιας για παροχή προστασίας, καθώς επικράτησε ανησυχία για ενδεχόμενο πλήγμα των βάσεων στο έδαφός της από το Ιράν. Τον περασμένο Μάρτιο, μία από τις έξι πυροβολαρχίες Patriot που διαθέτουν οι ΕΔ αναπτύχθηκε στη Βόρεια Ελλάδα, προκειμένου να παρέχει αντιβαλλιστική κάλυψη σε μέρος της Βουλγαρίας.
Παράλληλα, ένα ζεύγος F-16 μεταστάθμευσε σε αεροδρόμιο της Βόρειας Ελλάδας, με αποκλειστική αποστολή την επιπλέον κάλυψη της γειτονικής χώρας.
Ακόμη, μια πυροβολαρχία Patriot μετακινήθηκε στην Κάρπαθο, από όπου, πέρα από την προστασία του εθνικού χώρου στο νοτιοανατολικό Αιγαίο, μπορούσε θεωρητικά να καλύψει και την Τουρκία. Η γειτονική χώρα στοχεύθηκε τέσσερις φορές τον πρώτο μήνα του πολέμου, γεγονός που ανέδειξε τα σοβαρά κενά στην αεράμυνά της.
Το ίδιο διάστημα, η Αθήνα ενίσχυσε αμυντικά και τρεις χώρες του Κόλπου: με πυρομαχικά τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (με τα οποία υπάρχει από τον Νοέμβριο του 2020 διμερής στρατηγική συμφωνία με ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής) και το Κατάρ, ενώ στη Σαουδική Αραβία η ελληνική πυροβολαρχία Patriot βρέθηκε στην πρώτη γραμμή.
Από τον Σεπτέμβριο του 2021, η Ελλάδα έχει αναπτύξει μία πυροβολαρχία Patriot, με περίπου 100 στελέχη των ΕΔ, στο Γιανμπού της Σαουδικής Αραβίας, όπου προστατεύει τα διυλιστήρια της Aramco.
Από τον Μάρτιο έως τον Σεπτέμβριο, η Ελληνική Δύναμη Σαουδικής Αραβίας (ΕΛΔΥΣΑ) πραγματοποίησε τουλάχιστον οκτώ αναχαιτίσεις βαλλιστικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών (UAVs), που προέρχονταν από το Ιράν ή από τους αντάρτες Χούθι της Υεμένης.
Οι επιτυχείς αναχαιτίσεις, όπως και η παρουσία σε πολεμικό περιβάλλον, προσφέρουν ανεκτίμητη επιχειρησιακή εμπειρία στα στελέχη της ΕΛΔΥΣΑ και, κατ' επέκταση, στις ΕΔ. Ταυτόχρονα, αναδεικνύουν την αξία του συστήματος για την ίδια την ελληνική αεράμυνα, κάτι που εξηγεί και τις επανειλημμένες αρνήσεις της Αθήνας σε Ουάσιγκτον και Κίεβο να παραχωρήσει μία πυροβολαρχία Patriot στην Ουκρανία.
Φυσικά, η Ελλάδα δεν έμεινε αμέτοχη στο Ουκρανικό: έχει αποστείλει στρατιωτικό υλικό στο Κίεβο και συμμετέχει στην εκπαιδευτική αποστολή της ΕΕ για τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις.
Στην Αθήνα υπήρξε η εντύπωση ότι το γεωπολιτικό της αποτύπωμα ισχυροποιήθηκε περαιτέρω, όπως και οι σχέσεις με το Ριάντ.
Υπό αυτό το πρίσμα, η υπογραφή της αμυντικής συμφωνίας της Μέκκας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Πακιστάν και Τουρκίας τον περασμένο Αύγουστο, με ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής, προκάλεσε όχληση. Η Αθήνα αναθεώρησε το καθεστώς των ελληνικών Patriot, με την παραμονή τους στο Βασίλειο να εξετάζεται πλέον σε μηνιαία βάση.
Ναυτικές αποστολές
Η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ έχει πυροδοτήσει συζητήσεις για διεθνή αποστολή ασφαλούς διέλευσης των πλοίων. Η Ελλάδα, ως ηγέτιδα παγκοσμίως στην ποντοπόρο ναυτιλία, έχει ξεκαθαρίσει ότι θα μετείχε σε μια τέτοια αποστολή υπό δύο προϋποθέσεις: να έχει προηγηθεί ειρήνευση και να υπάρχει συναίνεση όλων των εμπλεκόμενων μερών, περιλαμβανομένου του Ιράν.
Το Πολεμικό Ναυτικό εξαρχής (Φεβρουάριος 2024) συμμετέχει με ηγετικό ρόλο στην ευρωπαϊκή ναυτική επιχείρηση «Ασπίδες», που αποσκοπεί στην προστασία της διεθνούς εμπορικής ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα από τις επιθέσεις των Χούθι.
Το επιχειρησιακό στρατηγείο της βρίσκεται στη Λάρισα, ενώ αυτό το διάστημα η Ελλάδα ασκεί και τη διοίκηση της ναυτικής δύναμης στην περιοχή. Ελληνικές φρεγάτες, όταν χρειάστηκε, κατέρριψαν drones των Χούθι.
Από τον Μάρτιο του 2020, η Ελλάδα συμμετέχει με πλοία και προσωπικό στην ευρωπαϊκή επιχείρηση «ΕΙΡΗΝΗ». Η αποστολή, με στόχο την εφαρμογή του εμπάργκο όπλων του ΟΗΕ στη Λιβύη, ξεκίνησε λίγους μήνες μετά την υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου, ενώ μαινόταν ο εμφύλιος στη βορειοαφρικανική χώρα.
Η Ελλάδα είναι ενεργό μέρος και της UNIFIL, της ειρηνευτικής αποστολής του ΟΗΕ στον Λίβανο, με φρεγάτα εκ περιτροπής. Η UNIFIL λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2026 και συζητείται το ενδεχόμενο ευρωπαϊκής δύναμης διαδοχής, στην οποία η Αθήνα θα μπορούσε να έχει ρόλο.
Σε διμερές επίπεδο και λόγω των παραδοσιακά καλών σχέσεων, η Αθήνα παραχώρησε στη Βηρυτό σημαντικό αμυντικό υλικό, όπως τεθωρακισμένα οχήματα M113.
Από τη Γάζα στο Κόσοβο
Κατόπιν ισραηλινής πρόσκλησης και στο πλαίσιο του ρόλου που επιδιώκει στην ανασυγκρότηση της Γάζας, η Αθήνα έχει εκφράσει τη βούληση να μετάσχει και στη Διεθνή Δύναμη Σταθεροποίησης (ISF) που θα αναπτυχθεί στον παλαιστινιακό θύλακα. Ενδιαφέρον έχει εκδηλώσει και η Άγκυρα, όμως η συμμετοχή της προσκρούει στην άρνηση του Ισραήλ.
Οι ΕΔ είναι παρούσες στο Κόσοβο, μέσω της Ελληνικής Δύναμης Κοσσυφοπεδίου (ΕΛΔΥΚΟ), στο πλαίσιο της νατοϊκής ειρηνευτικής δύναμης KFOR, καθώς και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής επιχείρησης EUFOR ALTHEA. Συμμετέχουν επίσης στην αποστολή του ΝΑΤΟ στο Ιράκ, ενώ στην Κύπρο σταθμεύει από το 1960 η Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛΔΥΚ).
Διμερείς σχέσεις
Στον τομέα των διμερών σχέσεων, η Ελλάδα έχει επενδύσει σημαντικά στις σχέσεις της με Γαλλία και Ισραήλ. Αθήνα και (πυρηνικό) Παρίσι υπέγραψαν τον Σεπτέμβριο του 2021 συμφωνία στρατηγικής εταιρικής σχέσης, με ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής, που ανανεώθηκε τον περασμένο Απρίλιο.
Ο Οδικός Χάρτης Αμυντικής Συνεργασίας που υπέγραψαν προ ημερών Άγκυρα και Παρίσι, για την ενίσχυση των στρατιωτικών τους σχέσεων και της συνεργασίας στην αμυντική βιομηχανία, προκάλεσε μια κάποια αμηχανία στην Αθήνα.
Το Ισραήλ έχει αναδειχθεί σε κορυφαίο στρατηγικό εταίρο της Αθήνας. Η συναντίληψη για τον ρόλο της Άγκυρας είναι ένα συνδετικό στοιχείο.
Τα έτερα αφορούν κοινές ασκήσεις και συνεκπαιδεύσεις των ΕΔ αλλά και συνεργασία στους εξοπλισμούς. Εξάλλου, η «Ασπίδα του Αχιλλέα», ο πολυεπίπεδος θόλος αεράμυνας που θεμελιώνει η Ελλάδα, θα στηριχθεί κυρίως σε ισραηλινά οπλικά συστήματα.
Το ερώτημα ανώτερων διπλωματικών αξιωματούχων είναι πώς θα επιδράσει στην ελληνοϊσραηλινή σχέση μια αποκατάσταση των σχέσεων Άγκυρας και Ισραήλ, εξέλιξη που θεωρούν πολύ πιθανή, ειδικά αν έχει προηγηθεί απομάκρυνση του Μπενιαμίν Νετανιάχου από την πρωθυπουργία του Ισραήλ.
Η ελληνοαμερικανική αμυντική συνεργασία, με επίκεντρο τη Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA) και τις διευκολύνσεις που παρέχει η Αθήνα στην Ουάσιγκτον σε Σούδα, Αλεξανδρούπολη, Λάρισα και Στεφανοβίκειο, ενισχύει το αφήγημα του περιφερειακού της ρόλου.
Όσον αφορά, ωστόσο, την εξισορρόπηση της Τουρκίας, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η αμερικανική πλευρά, είτε αυτοτελώς είτε μέσω της παρουσίας της στη χώρα, είναι διατεθειμένη να εγκαταλείψει την πάγια πολιτική ίσων αποστάσεων, ενισχύοντας εμπράκτως την Αθήνα.
Επιπλέον, η Αθήνα έχει ρίξει βάρος στις σχέσεις της με την Αίγυπτο (λόγω της οριοθέτησης των μεταξύ τους θαλασσίων ζωνών και της αντίθεσής τους στο τουρκολιβυκό μνημόνιο), ενώ επιδιώκει να αναβαθμίσει τις σχέσεις της με ισχυρές περιφερειακές δυνάμεις, όπως η πυρηνική Ινδία, ή να τις ενισχύσει με χώρες προηγμένης αμυντικής τεχνολογίας, όπως η Ιαπωνία.
Εκκενώσεις
Στην ενίσχυση του κεφαλαίου της αμυντικής διπλωματίας συμβάλλουν και οι επιχειρήσεις εκκένωσης από εμπόλεμες περιοχές. Τον Μάρτιο του 2026, η Αθήνα επαναπάτρισε περισσότερους από 2.000 Έλληνες από τη Μέση Ανατολή, ενώ στην προηγούμενη κρίση, τον Ιούνιο του 2025, απομάκρυνε από το Ισραήλ, εκτός από Έλληνες, και πολίτες άλλων 15 χωρών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί και η μεταφορά περίπου 15.000 Κινέζων από τη Λιβύη στην Κρήτη, μετά το ξέσπασμα του εμφυλίου το 2011.
Πόροι, προτεραιότητες, απουσία στρατηγικής
Οι περιορισμένοι πόροι στην άσκηση της αμυντικής διπλωματίας επιβάλλουν επιλεγμένες προτεραιότητες. Αυτό ακριβώς δείχνει η άρνηση προς την Εσθονία: η Αθήνα επενδύει εκεί όπου εξυπηρετείται άμεσα το εθνικό της συμφέρον, δηλαδή στα Βαλκάνια, στην Ανατολική Μεσόγειο και στην ευρύτερη περιοχή του Κόλπου.
Ο ρόλος της Αθήνας ως παρόχου ασφαλείας για εταίρους της στην ΕΕ και συμμάχους στο ΝΑΤΟ αναβαθμίζει το κύρος της χώρας στο εσωτερικό των δύο οργανισμών. Της προσφέρει διπλωματικό κεφάλαιο, επιχειρησιακή εμπειρία στις ΕΔ και θέση στο τραπέζι, όπως αποδεικνύει η ηγεσία των «Ασπίδων».
Ωστόσο, η αμυντική διπλωματία είναι και πεδίο έντονου ανταγωνισμού που δεν συγχωρεί τις καθυστερημένες αντιδράσεις. Τα κενά καλύπτονται γρήγορα από άλλους (βλέπε Άγκυρα), ενώ ακόμη και θεωρητικώς ισχυρές σχέσεις, όπως με τη Σαουδική Αραβία, δεν εγγυώνται αποκλειστικότητα.
Στην περίπτωση αυτή, η παρουσία Ελλήνων στρατιωτικών και ελληνικών όπλων σε τρίτη χώρα προκαλεί και την κριτική της αντιπολίτευσης στο εσωτερικό.
Ένα δομικό πρόβλημα της ελληνικής αμυντικής διπλωματίας είναι ότι οι στόχοι, τα μέσα και οι προτεραιότητές της προκύπτουν, στη συντριπτική τους πλειονότητα, από την ανάγκη αντίδρασης στις εξελίξεις, καθώς δεν έχουν διατυπωθεί πουθενά επισήμως.
Χαρακτηριστική είναι η απουσία καταγεγραμμένης Εθνικής Στρατηγικής Ασφαλείας, η οποία εκκρεμεί από το 2021. Σε άλλες χώρες, το αδιαβάθμητο σκέλος τέτοιων κειμένων δημοσιοποιείται. Στην Ελλάδα αναμένεται ακόμη το κείμενο.
Μια κουλτούρα στρατηγικού σχεδιασμού, και κυρίως η καταγραφή της εθνικής στρατηγικής, θα μπορούσε να υποδείξει και νέα πεδία για την εμπέδωση του ελληνικού αμυντικού αποτυπώματος, όπως η Κεντρική Ασία, η Αφρική ή η Λατινική Αμερική, με οφέλη και για την οικονομία της χώρας.
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Geopolitics» της εφημερίδας Real News