Στις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση των συνεπειών της ενεργειακής κρίσης στην οικονομία και την καθημερινότητα των πολιτών αναφέρθηκε ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, Θανάσης Κοντογεώργης, σε συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό ΕΡΤnews.
Ο υφυπουργός, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με τα μέτρα ενίσχυσης και ελάφρυνσης των πολιτών, υπογράμμισε ότι «η κυβέρνηση αναγνωρίζει τη μεγάλη ανάγκη και ανταποκρίνεται: προτεραιοποιεί τις κατηγορίες παρέμβασης και προχωρά σε αποφασιστικές και συνετές παρεμβάσεις για τη στήριξη των πολιτών στο ντίζελ κίνησης, το πετρέλαιο και επίδομα θέρμανσης».
Επισήμανε ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην τρίτη θέση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τις ενισχύσεις που έχουν δοθεί, ενώ «ήδη ένα δισ. ευρώ από το πλεόνασμα της ελληνικής οικονομίας έχει διατεθεί στην απομείωση των συνεπειών της ενεργειακής κρίσης και την ανακούφιση των πολιτών».
Ο Θανάσης Κοντογεώργης επικαλέστηκε τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς, εξηγώντας ότι το όριο στις δαπάνες καθιστά αναγκαία μια συντονισμένη πανευρωπαϊκή δράση. Τόνισε τη σημασία της πρωτοβουλίας του πρωθυπουργού για εξασφάλιση του απαραίτητου δημοσιονομικού χώρου.
Όπως ανέφερε, η δημιουργία οποιουδήποτε μηχανισμού ανάκτησης που συνεπάγεται νέα έξοδα απαιτεί κάλυψη μέσω περικοπής ενισχύσεων ή επιβολής νέων φόρων.
Παρά τη σταθερή ανάπτυξη και τη διεύρυνση των πόρων από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, η χώρα χρειάζεται πρόσθετο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό χώρο.
Ολοκληρώνοντας, εκτίμησε πως, αν η κρίση παραταθεί, η Ευρώπη θα αναλάβει συντονισμένη δράση για τη συγκράτηση του κόστους διαβίωσης.
Απαντώντας στην κριτική της αντιπολίτευσης για τα μέτρα της κυβέρνησης, ο Θ. Κοντογεώργης έκανε λόγο για «εύκολα λόγια» χωρίς ανάληψη ευθύνης από πλευράς της.
Όπως υπογράμμισε, «η κυβέρνηση επιδιώκει και εφαρμόζει μια υπεύθυνη και αξιόπιστη οικονομική πολιτική, και αυτό αναγνωρίζεται από τους πολίτες. Υπάρχουν εφεδρείες για την αντιμετώπιση και αυτής της κρίσης και θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε με υπευθυνότητα και κοινωνική δικαιοσύνη».
Συνεχίζοντας στο ίδιο θέμα, ο υφυπουργός αναφέρθηκε στις προτάσεις της αντιπολίτευσης, σημειώνοντας ότι «επί της αρχής η κυβέρνηση δεν είναι δογματική. Έχει, όμως, σημασία να αξιολογούμε την ποιότητα των προτάσεων και να συνυπολογίζουμε τους δημοσιονομικούς περιορισμούς και τις δυνατότητες που υπάρχουν».
Ο υφυπουργός επισήμανε ότι το βασικό ενδιαφέρον των πολιτών είναι η τελική τιμή, γι’ αυτό και η κυβέρνηση αξιολογεί κάθε φορά τον κατάλληλο τρόπο και εργαλείο παρέμβασης.
Υπενθύμισε ότι οι παρεμβάσεις θα επανεξετάζονται ανά δύο εβδομάδες, λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς συνθήκες.
Αναφορικά με την κριτική για «αλαζονική συμπεριφορά» στελεχών του κυβερνώντος κόμματος, ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ τόνισε ότι οι πολίτες ζητούν ουσιαστική κατανόηση των προβλημάτων τους και διατήρηση ειλικρινούς σύνδεσης μαζί τους.
Όπως ανέφερε, «το δημόσιο ύφος, η μετριοπάθεια και το παραγόμενο έργο έχουν πάντα καθοριστική σημασία και αξιολογούνται αυστηρά από την κοινωνία» και επισήμανε ότι ο Πρωθυπουργός είναι εκείνος που δίνει το μέτρο αξιολογώντας τη συνολική εικόνα και απόδοση τόσο σε κυβερνητικό όσο και σε κομματικό επίπεδο.