Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο πλαίσιο της 90ής ΔΕΘ, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, Νίκος Ανδρουλάκης, απάντησε σε ερώτηση σχετικά με το ενδεχόμενο συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία σε περίπτωση που αυτή αναδειχθεί πρώτη χωρίς αυτοδυναμία. Ερωτηθείς αν το ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε να συνεργαστεί με τη ΝΔ με άλλον πρωθυπουργό πλην του Κυριάκου Μητσοτάκη, είτε από τη ΝΔ είτε από άλλο κόμμα, ο κ. Ανδρουλάκης ξεκαθάρισε ότι η στρατηγική του ΠΑΣΟΚ παραμένει αμετάβλητη.
Όπως ανέφερε, «Το ΠΑΣΟΚ είναι μία παράταξη με στελέχη, με όργανα, με συνέδρια, δεν είναι μία συσπείρωση εξουσίας που σήμερα υπάρχει και αύριο μπορεί να μην υπάρχει, έχει μια ιστορία και μία διαδρομή. Σε αυτή την παράταξη το ανώτατο όργανο είναι το συνέδριο του, όπου πάρθηκε ομόφωνη απόφαση 5000 συνέδρων για την πολιτική στρατηγική που έχουμε χαράξει. Αυτή η στρατηγική δεν αλλάζει, το ΠΑΣΟΚ είναι η προοδευτική απάντηση στην ΝΔ. Γι' αυτό τρίτη θητεία ενός κόμματος που δεν δείχνει σεβασμό στους θεσμούς, τον κοινοβουλευτισμό, το Σύνταγμα, την δικαιοσύνη, στα αδιέξοδα της κοινωνίας και που συνεχώς με τις πολιτικές που προκρίνει δημιουργείται μια νέα κάστα ολιγαρχίας αλλά και ενισχύει την παλιότερη, το ΠΑΣΟΚ μόνο με ένα τρόπο μπορεί να αντιμετωπίσει: πολιτικά, δυναμικά, νικώντας στις επόμενες εθνικές εκλογές. Άρα οι αποφάσεις μας είναι αυτές που είναι και δεν αλλάζουν γιατί είναι αξιακές και πολιτικές».
Σε ερώτηση για το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ, ο κ. Ανδρουλάκης τόνισε ότι «ιδεολογικά πιστεύουμε ότι πρέπει να ανατάξουμε όλες τις δυνάμεις της κοινωνίας» και σημείωσε πως «η δημιουργική Ελλάδα δεν είναι μια θεωρία, γι' αυτό ξεκινήσαμε από την ανάπτυξη και φτάσαμε στην ενίσχυση του κοινωνικού κράτους».
Επεσήμανε ότι το ΠΑΣΟΚ έχει ολιστική προσέγγιση για τη νέα πορεία που πρέπει να ακολουθήσει η χώρα. Όπως εξήγησε, «Όταν π.χ. μιλάμε για το ιδιωτικό χρέος αυτό αφορά όλη την οικονομία και όλη την κοινωνία διότι ένας άνθρωπος που θέλει να ρυθμίσει αλλά τα funds τον εκβιάζουν και επενδύουν στην εξόντωση του για να του πάρουν ένα ακίνητο και όχι στην ρύθμιση, αυτό είναι ζήτημα συνολικά της οικονομίας».
Επιπλέον, υπογράμμισε τη σημασία της κοινωνικής ατζέντας, της αναγέννησης του ΕΣΥ, της δημόσιας παιδείας και της στεγαστικής πολιτικής, επισημαίνοντας ότι «όλα αυτά δεν είναι επιμέρους θέματα αλλά ζητήματα που πρέπει να λύσουμε σύντομα».