Στη δημόσια συζήτηση για τους μισθούς στην Ελλάδα και τη σύγκρισή τους με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, παρενέβη ο υπουργός Επικρατείας, Άκης Σκέρτσος, απαντώντας στην κριτική της αντιπολίτευσης περί εξίσωσης των ελληνικών αποδοχών με αυτές της Βουλγαρίας. Με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο κ. Σκέρτσος επικαλέστηκε τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για τους καθαρούς μέσους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση (EE-27).
Όπως επισημαίνει ο κ. Σκέρτσος, η ανάλυση των επίσημων δεικτών της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας καταρρίπτει την εικόνα «υποβάθμισης» της χώρας. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η Ελλάδα κατατάσσεται στη 17η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ, ξεπερνώντας 10 χώρες, μεταξύ των οποίων η Πορτογαλία και η Τσεχία.
Ο υπουργός Επικρατείας υπογράμμισε την εξέλιξη των μισθών από το 2019 μέχρι σήμερα. Το 2019, η Ελλάδα βρισκόταν στη 19η θέση με μέσο καθαρό ετήσιο μισθό 11.900 ευρώ, ενώ το 2025 ο αντίστοιχος μισθός προσεγγίζει τα 21.500 ευρώ. Αυτή η αύξηση των 9.600 ευρώ αντιστοιχεί σε άνοδο άνω του 80%.
Σε ό,τι αφορά τη σύγκριση με τη Βουλγαρία, ο κ. Σκέρτσος τόνισε ότι το 2025 ο μέσος καθαρός μισθός στην Ελλάδα ήταν κατά περίπου 7.000 ευρώ υψηλότερος για έναν άγαμο εργαζόμενο, 8.000 ευρώ για τετραμελή οικογένεια με έναν εργαζόμενο, 14.000 ευρώ για ζευγάρι εργαζομένων χωρίς παιδιά και 15.000 ευρώ για τετραμελή οικογένεια με δύο εργαζομένους.
Ο υπουργός αναγνώρισε πως τα ελληνικά νοικοκυριά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες του πληθωρισμού και της ακρίβειας. Επισήμανε ότι η Ελλάδα παραμένει κάτω από τον μέσο όρο εισοδημάτων της ευρωζώνης, όπως συμβαίνει με συνολικά 17 χώρες της ΕΕ, μεταξύ των οποίων η Ιταλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Κύπρος.
Ωστόσο, ο κ. Σκέρτσος ξεκαθάρισε ότι η πρόοδος δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως υποχώρηση. Κατηγόρησε την αντιπολίτευση για «στατιστική κοπτοραπτική» και για επιλογή δεικτών που δεν σχετίζονται άμεσα με τους μισθούς, με σκοπό, όπως υποστηρίζει, να διαστρεβλωθεί η πραγματική εικόνα.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά: «Η αντιπολίτευση έχει κάθε δικαίωμα να ασκεί κριτική για το επίπεδο των μισθών και να ζητά περισσότερα. Δεν μπορεί όμως να μετατρέπει μια μετρήσιμη βελτίωση σε δήθεν υποβάθμιση της χώρας. Μπορούμε και πρέπει να θέλουμε περισσότερα, αλλά για να προχωρήσουμε μπροστά, πρέπει πρώτα να συμφωνούμε στα πραγματικά δεδομένα».