Την ανάγκη για ένα νέο δόγμα Πολιτικής Προστασίας στην Ελλάδα επισημαίνουν σε κοινή ανακοίνωση τα αρμόδια στελέχη του ΠΑΣΟΚ, Ανδρέας Πουλάς και Μιχάλης Χάλαρης. Όπως αναφέρουν, «η περίοδος της διακυβέρνησής της καταγράφεται ως μία από τις χειρότερες, αν όχι η χειρότερη, σε καμένες εκτάσεις της Μεταπολίτευσης».
Ο υπεύθυνος του ΚΤΕ Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας και ο τομεάρχης Κλιματικής Κρίσης και Ανθεκτικότητας αντίστοιχα, καλούν την κυβέρνηση να δώσει πλήρη απολογισμό των ανθρώπινων απωλειών, τόσο άμεσων όσο και έμμεσων, μαζί με τα στρέμματα που έχουν πληγεί. Υπογραμμίζουν ότι το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής προτείνει δομική αλλαγή παραδείγματος, σημειώνοντας πως η χώρα χρειάζεται κράτος που προλαμβάνει και όχι που απολογείται μετά τις καταστροφές, με Πολιτική Προστασία βασισμένη σε σχέδιο και λογοδοσία.
Επισημαίνουν ότι «πέντε άνθρωποι της επιχειρησιακής πρώτης γραμμής χάθηκαν» και υπογραμμίζουν πως «το λιγότερο που οφείλουμε είναι να μη συνεχίσουμε σαν να μη συνέβη τίποτα».
Τα αρμόδια στελέχη του ΠΑΣΟΚ τονίζουν ότι προτεραιότητα αυτή τη στιγμή είναι η προστασία της ανθρώπινης ζωής, η στήριξη των πληγέντων και η ασφάλεια όσων επιχειρούν στα μέτωπα. Παράλληλα, επισημαίνουν πως επειδή θρηνούμε ανθρώπους της πρώτης γραμμής, υπάρχει χρέος να μιλήσουμε καθαρά για τις πραγματικές αιτίες και τα διαχρονικά κενά του συστήματος.
Ασκούν κριτική στη διαχρονική αδυναμία του κρατικού μηχανισμού, σημειώνοντας πως «δεν μπορεί κάθε άνοιξη να ακούμε ότι "ο κρατικός μηχανισμός είναι σε πλήρη ετοιμότητα" και κάθε καλοκαίρι να βλέπουμε τις ίδιες εικόνες». Θέτουν ερωτήματα για την επάρκεια εκπαίδευσης του προσωπικού, την καταλληλότητα των εναέριων μέσων, τη σαφήνεια των επιχειρησιακών πρωτοκόλλων, τον συντονισμό και την αξιολόγηση των μέσων και του προσωπικού.
Κριτική σε υπάρχοντα προγράμματα και ανάγκη διαφάνειας
Τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ υπογραμμίζουν ότι «η κλιματική κρίση δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για την ανεπάρκεια της πρόληψης, την απουσία σχεδιασμού, την έλλειψη συντονισμού και την αποτυχία αξιολόγησης». Ζητούν το κράτος να αντιμετωπίσει τις πραγματικές αιτίες και να μην κρύβεται πίσω από γενικές διαπιστώσεις.
Στην ανακοίνωση γίνεται ειδική μνεία στο πρόγραμμα Anti-nero, το οποίο, όπως σημειώνουν, χρειάζεται σοβαρή αξιολόγηση. Θέτουν ερωτήματα σχετικά με το πού έγιναν παρεμβάσεις, ποια έργα υλοποιήθηκαν στην Αττική και αν υπήρξε ουσιαστική συντήρηση ή απλώς παρεμβάσεις μιας χρήσης.
Επιπλέον, αναφέρουν ότι το πρόγραμμα ΑΙΓΙΣ πρέπει να περάσει από πραγματικό έλεγχο, καθώς υπάρχουν σοβαρά ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις προτεραιότητες, την ωρίμανση των έργων και τη διαβούλευση με τους εμπλεκόμενους φορείς. Τονίζουν ότι «δεν μπορεί ένα πρόγραμμα δισεκατομμυρίων να αξιολογείται με βάση παρουσιάσεις, μακέτες και δελτία Τύπου, αλλά με βάση την επιχειρησιακή του αξία και τη συμβολή του στην προστασία ζωής».
Παράλληλα, σημειώνουν ότι τα εναέρια μέσα χρειάζονται τεχνική, επιχειρησιακή και συμβατική αξιολόγηση. Με αφορμή τη σύγκρουση των δύο ελικοπτέρων στην Ψάθα, καλούν να δοθούν απαντήσεις για τον επιχειρησιακό συντονισμό, τα πρωτόκολλα διαχωρισμού, την καταλληλότητα και πιστοποίηση των μέσων, καθώς και την εκπαίδευση των πληρωμάτων.
Θεσμικές προτάσεις και διαφάνεια στη διαχείριση
Τα στελέχη τονίζουν ότι το Πυροσβεστικό Σώμα δεν αντέχει άλλη πολυδιάσπαση, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση ως επιχειρησιακό πρόβλημα. Προτείνουν ομογενοποίηση του προσωπικού, ενιαίο και δίκαιο πλαίσιο εξέλιξης, μόνιμη ενίσχυση υπηρεσιών, αναμόρφωση μισθολογίου, αποζημίωση υπερεργασίας και αναγνώριση του μάχιμου χαρακτήρα της υπηρεσίας.
Επισημαίνουν ότι οι αιτίες των πυρκαγιών πρέπει να αντιμετωπίζονται στην πηγή, κάνοντας αναφορά σε δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, χώρους απορριμμάτων, ανεξέλεγκτες δραστηριότητες, εγκατάλειψη γης και διαχείριση καύσιμης ύλης.
Αναφέρουν επίσης ότι οι συλλήψεις δεν αρκούν χωρίς διαφάνεια στην πορεία των υποθέσεων. Ζητούν ετήσια δημόσια έκθεση της ΔΑΕΕ και του Πυροσβεστικού Σώματος για τα αίτια των πυρκαγιών, την εξέλιξη των υποθέσεων και τα διορθωτικά μέτρα που λαμβάνονται.
Τέλος, επισημαίνουν ότι οι δασικές πυρκαγιές απειλούν κρίσιμες υποδομές και ευάλωτους πολίτες, υπογραμμίζοντας την ανάγκη θεσμικής σύνδεσης της Πολιτικής Προστασίας με την ανθεκτικότητα των κρίσιμων υποδομών της χώρας.