Εξοικονόμηση έως 138 εκατ. ευρώ ετησίως για τους καταναλωτές σε Ελλάδα και Κύπρο μπορεί να φέρει η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας - Κύπρου (GSI), σύμφωνα με νέα μελέτη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με χρονικό ορίζοντα το 2035.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, που παρουσιάστηκαν χθες στο 30ό συνέδριο του ΙΕΝΕ από τον καθηγητή της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του ΑΠΘ και πρόεδρο του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΕΝΕ, Παντελή Μπίσκα, το 90% του οφέλους από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου, αναμένεται να αφορά τoυς Κύπριους καταναλωτές.
Παράλληλα, η διασύνδεση μπορεί να μειώσει το κόστος ηλεκτροπαραγωγής, να περιορίσει δραστικά τις περικοπές των ΑΠΕ και να ενισχύσει τη σύγκλιση των χονδρεμπορικών τιμών ρεύματος μεταξύ των δύο χωρών.
Πόσο μπορεί να μειωθεί το κόστος ρεύματος στην Κύπρο
Το πιο σημαντικό εύρημα της μελέτης είναι ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλη μείωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας ιδίως στη δεύτερη.
Σήμερα η Κύπρος λειτουργεί ως ένα απομονωμένο ηλεκτρικό σύστημα, καθώς δεν είναι συνδεδεμένη με τις αγορές ηλεκτρισμού άλλων χωρών. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να καλύπτει τις ανάγκες της κυρίως με τη δική της παραγωγή, ακόμη και όταν αυτή είναι ακριβότερη.
Ωστόσο, με τον GSI η Κύπρος θα μπορεί να αγοράζει ενέργεια από την Ελλάδα όταν αυτή είναι φθηνότερη και αντίστοιχα, όταν υπάρχει φθηνότερο ρεύμα στην Κύπρο, θα μπορεί να το εξάγει προς τη χώρα μας.
Με βάση τις προβλέψεις της μελέτης για το 2035, χωρίς τη διασύνδεση η μέση τιμή στη χονδρεμπορική αγορά της Κύπρου θα διαμορφωνόταν στα 112 ευρώ ανά μεγαβατώρα, αλλά με τη λειτουργία του καλωδίου, η τιμή αυτή υποχωρεί στα 90,5 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Πρόκειται για μείωση περίπου 19%, δηλαδή 21,5 ευρώ λιγότερα ανά μεγαβατώρα.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα στο συνολικό κόστος προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο από 120,49 ευρώ ανά μεγαβατώρα μειώνεται σε περίπου 99 ευρώ.
Έως 138 εκατ. ετήσια εξοικονόμηση - Σχεδόν όλο το όφελος στην Κύπρο
Σε ετήσια βάση, η συνολική εξοικονόμηση για τους καταναλωτές Ελλάδας και Κύπρου με μεταφορική ικανότητα του καλωδίου στα 500MW θα είναι στα 138,1 εκατ. ευρώ, στα 750 MW θα είναι 122,7 εκατ. ευρώ, ενώ στα 1.000 MW στα 128,2 εκατ. ευρώ.
Σενάριο | Συνολικό ετήσιο όφελος |
|---|---|
GSI 500 MW | 138,1 εκατ. ευρώ |
GSI 750 MW | 122,7 εκατ. ευρώ |
GSI 1.000 MW | 128,2 εκατ. ευρώ |
Στο σενάριο των 500 MW, τα 123,7 εκατ. ευρώ από τα συνολικά 138,1 εκατ. ευρώ αφορούν την Κύπρο, ενώ το όφελος για τους Έλληνες καταναλωτές υπολογίζεται σε 14,3 εκατ. ευρώ. Συνεπώς, όπως τόνισε και από την πλευρά του ο κ. Μπίσκας, περίπου το 90% της συνολικής εξοικονόμησης αφορά την κυπριακή πλευρά.
Η Κύπρος μπορεί να καλύπτει το 25% των αναγκών της από την Ελλάδα
Μια ακόμη σημαντική αλλαγή αφορά την προέλευση του ηλεκτρικού ρεύματος που θα καταναλώνεται στην Κύπρο.
Η μελέτη υπολογίζει ότι, με τη λειτουργία της διασύνδεσης, οι καθαρές εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας από την Ελλάδα προς την Κύπρο θα φθάνουν περίπου τις 1,5 έως 1,6 τεραβατώρες τον χρόνο, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 26%–27% των ετήσιων αναγκών της.
Δηλαδή, περίπου το ένα τέταρτο της ηλεκτρικής ενέργειας που θα χρειάζεται η Κύπρος θα μπορεί να καλύπτεται, σε καθαρή ετήσια βάση, μέσω της διασύνδεσης με την Ελλάδα.
Οι εισαγωγές μάλιστα θα είναι μεγαλύτερες κυρίως το βράδυ, όταν δεν υπάρχει παραγωγή από φωτοβολταϊκά. Αντίθετα, τις μεσημβρινές ώρες, όταν η ηλιακή παραγωγή στην Κύπρο είναι υψηλή, το καλώδιο θα μπορεί να λειτουργεί προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Έτσι, η Κύπρος θα έχει τη δυνατότητα να πουλά στην ελληνική αγορά μέρος της ενέργειας που παράγουν τα φωτοβολταϊκά της, όταν η εγχώρια παραγωγή ξεπερνά τις ανάγκες της.
Μείωση των περικοπών κατά 50%
Ως εκ τούτου, η επίδραση της διασύνδεσης στην μείωση των περικοπών των ΑΠΕ και για τις δύο χώρες αναμένεται να είναι σημαντική. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, οι τελικές περικοπές παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην Κύπρο μειώνονται από 11,8% στο σενάριο χωρίς GSI σε μόλις 4,5% με τη λειτουργία διασύνδεσης 500 MW.
Στα σενάρια των 750 και 1.000 MW, οι περικοπές διαμορφώνονται στο 4,8% και 5,3% αντίστοιχα. Και αυτό διότι μέσω του καλωδίου η πλεονάζουσα ηλεκτρική ενέργεια της Κύπρου θα μπορεί να διοχετεύεται προς την ελληνική αγορά αντί να περικόπτεται.
Θετική επίδραση, αν και μικρότερη, θα έχει και για τις περικοπές της χώρας μας, οι οποίες προβλέπεται να μειωθούν από 3,1% σε περίπου 2,9%.
Όπως εξήγησε ο κ. Μπίσκας, η διασύνδεση επιτρέπει την καλύτερη αξιοποίηση των διαφορετικών συνθηκών παραγωγής στις δύο χώρες. Δηλαδή, όταν η μία αγορά διαθέτει πλεόνασμα ανανεώσιμης ενέργειας, μπορεί να το διοχετεύει στην άλλη, περιορίζοντας τις απώλειες παραγωγής.
Παράλληλα, η ανάλυση δείχνει ότι η θερμική ηλεκτροπαραγωγή στην Κύπρο περιορίζεται σημαντικά, καθώς μέρος της ζήτησης καλύπτεται από εισαγωγές.
Στο σύνολο των δύο ηλεκτρικών συστημάτων, το ετήσιο κόστος καυσίμων μειώνεται κατά περίπου 61 έως 62 εκατ. ευρώ, ενώ καταγράφεται και περιορισμός των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
Γιατί τα 500 MW φαίνεται να είναι αρκετά
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα της έρευνας αφορά το πόση μεταφορική ικανότητα χρειάζεται πραγματικά η διασύνδεση για να προσφέρει οικονομικά οφέλη.
Παρότι, όπως προαναφέραμε, η μελέτη εξετάζει τρία σενάρια, λειτουργία με διαθέσιμη μεταφορική ικανότητα 500 MW, 750 MW και 1.000 MW, τα αποτέλεσματα δείχνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού οφέλους επιτυγχάνεται ήδη στα 500 MW.
Μάλιστα, δείχνει ότι με αυτό το όριο το καλώδιο θα λειτουργεί στη μέγιστη μεταφορική του ικανότητα για 609 ώρες τον χρόνο. Εάν το όριο αυξηθεί στα 750 MW, οι ώρες κατά τις οποίες εξαντλείται η διαθέσιμη ικανότητα μειώνονται σε μόλις 35. Στα 1.000 MW, το καλώδιο φθάνει στο συγκεκριμένο όριο μόλις για μία ώρα τον χρόνο.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, με βάση τις συνθήκες που εξετάζει η μελέτη για το 2035, η αύξηση της διαθέσιμης ισχύος πάνω από τα 500 MW δεν προσφέρει αντίστοιχα μεγάλη πρόσθετη εξοικονόμηση.