Σημαντική επιβράδυνση στην κεφαλαιακή επάρκεια και την ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των ελληνικών τραπεζών καταγράφει η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για το πρώτο εξάμηνο του 2026, σύμφωνα με ανακοίνωση της Τράπεζας της Ελλάδας (ΤτΕ). Παρά την αύξηση της κερδοφορίας, η έκθεση επισημαίνει ότι οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας υποχώρησαν, ενώ παρατηρείται και οριακή αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Η ΤτΕ τονίζει, ωστόσο, ότι η θετική πορεία των θεμελιωδών μεγεθών του τραπεζικού τομέα διατηρείται, ενισχύοντας περαιτέρω την ανθεκτικότητα των τραπεζών απέναντι σε ενδεχόμενες διαταραχές. Οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι κατέγραψαν κέρδη μετά από φόρους και διακοπτόμενες δραστηριότητες ύψους 2,6 δισ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2026, αυξημένα κατά 3,8% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Παρά τη βελτίωση στην κερδοφορία, οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας διαμορφώθηκαν σε 14,8% τον Ιούνιο του 2026, έναντι 15,4% τον Δεκέμβριο του 2025, ενώ ο δείκτης «κόκκινων» δανείων προς το σύνολο των δανείων ανήλθε στο 3,4%, από 3,3% προηγουμένως. Η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου παρουσίασε οριακή επιδείνωση, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη εγρήγορσης.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σχετίζονται με τις γεωπολιτικές εντάσεις, τις αυξήσεις στις διεθνείς τιμές ενέργειας, το ενδεχόμενο απότομης ανατιμολόγησης περιουσιακών στοιχείων και την ταχεία ανάπτυξη των μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης αιχμής.
Όπως επισημαίνει η ΤτΕ, «η εύρωστη χρηματοοικονομική θέση των ελληνικών τραπεζών, τους επιτρέπει να συνεχίσουν να στηρίζουν τις επενδύσεις και τη διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη μέσω της παροχής νέων πιστώσεων. Ωστόσο, οι τρέχουσες προκλήσεις δεν αφήνουν περιθώρια για εφησυχασμό. Οι τράπεζες θα πρέπει να διατηρήσουν την ανθεκτικότητά τους και να επενδύσουν στον ψηφιακό μετασχηματισμό τους, ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν αναδυόμενους κινδύνους και ενδεχόμενες διαταραχές».
Αναλυτικότερα, τα έσοδα από κύριες τραπεζικές εργασίες, όπως τα καθαρά έσοδα από τόκους και προμήθειες, αυξήθηκαν κατά 8,3% σε ετήσια βάση. Αντίθετα, αρνητικά επηρέασαν τα αποτελέσματα η μείωση των εσόδων από χρηματοοικονομικές πράξεις και η αύξηση των λειτουργικών δαπανών.