Η εφορία έχει το δικαίωμα να διενεργήσει νέο φορολογικό έλεγχο σε ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ή να επεκτείνει τον έλεγχο που έχει ξεκινήσει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και υπό περιορισμούς, που προβλέπει η φορολογική νομοθεσία.
Το μήνυμα αυτό στέλνει η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, με αφορμή υποθέσεις που εκδίκασε, διευκρινίζοντας παράλληλα και τη νόμιμη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται στους φορολογικούς ελέγχους.
Η ΔΕΔ αρχικά διευκρινίζει ότι ο έλεγχος, όπως προσδιορίζεται από την εντολή ελέγχου, μπορεί να είναι πλήρης ή μερικός, ως εξής:
- Πλήρης είναι ο έλεγχος που διενεργείται για όλες τις φορολογίες και όλα τα φορολογικά αντικείμενα, τέλη ή εισφορές, για ένα ή περισσότερα φορολογικά έτη ή διαχειριστικές περιόδους ή φορολογικές υποθέσεις. Ο πλήρης έλεγχος είναι οριστικός για όλα τα ελεγχθέντα φορολογικά αντικείμενα και φορολογικά έτη ή διαχειριστικές ή φορολογικές περιόδους που προβλέπονται στην οικεία εντολή ελέγχου.
- Μερικός είναι ο έλεγχος που δεν συγκεντρώνει τα στοιχεία του πλήρους ελέγχου και διενεργείται ιδίως για συγκεκριμένα ζητήματα ή συναλλαγές μιας φορολογίας ή ενός φορολογικού αντικειμένου, τέλους ή εισφοράς ή για όλα τα φορολογικά αντικείμενα, τέλη ή εισφορές συγκεκριμένων συναλλαγών, για μια ή περισσότερες φορολογικές ή διαχειριστικές περιόδους ή ένα ή περισσότερα φορολογικά έτη στα οποία αναφέρεται το προς έλεγχο φορολογικό ζήτημα ή η συναλλαγή της οικείας εντολής.
Ο μερικός έλεγχος είναι οριστικός ως προς τα ελεγχθέντα φορολογικά αντικείμενα ή ζητήματα ή συναλλαγές για τα φορολογικά έτη ή διαχειριστικές ή φορολογικές περιόδους που προβλέπονται στην οικεία εντολή ελέγχου.
Επίσης, ο φορολογικός έλεγχος διενεργείται στην εγκατάσταση του φορολογούμενου (επιτόπιος έλεγχος) ή σε άλλον τόπο, όπου προσκομίζονται, εφόσον απαιτείται, τα στοιχεία από τον φορολογούμενο (απομακρυσμένος έλεγχος).
Όχι νέα εντολή ελέγχου
Σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία, δεν επιτρέπεται η έκδοση νέας εντολής μερικού ελέγχου για τον ίδιο φορολογούμενο που καλύπτει χρονικό διάστημα και φορολογία ή φορολογικό αντικείμενο που έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο μερικού ή πλήρους ελέγχου στο παρελθόν.
Μπορεί να εκδοθεί νέα εντολή ελέγχου, αν προκύψουν νέα στοιχεία, με βάση τα οποία προκύπτει ότι η φορολογική οφειλή υπερβαίνει αυτήν που είχε προσδιορισθεί κατόπιν του αρχικού ελέγχου ή διαπιστωθεί ότι με τη σύμπραξη του υπαλλήλου της ελεγκτικής αρχής και του φορολογουμένου περιορίσθηκε η φορολογική οφειλή.
Πάντως, δεν ισχύουν απαγορεύσεις, όταν ο πρώτος έλεγχος γίνεται στο πλαίσιο επιστροφής φόρου.
Επανέλεγχος με νέα στοιχεία
Ωστόσο, η εφορία έχει δικαίωμα επανελέγχου φορολογικής περιόδου ή υπόθεσης, για την οποία έχει ήδη διενεργηθεί πλήρης έλεγχος, μόνον εάν προκύψουν νέα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι η φορολογική οφειλή υπερβαίνει αυτή, που είχε προσδιορισθεί κατόπιν του αρχικού ελέγχου ή διαπιστωθεί ότι με τη σύμπραξη του υπαλλήλου της ελεγκτικής αρχής και του φορολογουμένου περιορίσθηκε η φορολογική οφειλή.
Ως «νέο στοιχείο» νοείται κάθε στοιχείο που δεν μπορούσε να είναι γνωστό στη Φορολογική Διοίκηση κατά τον χρόνο του προγενέστερου ελέγχου. Δηλαδή, νέα στοιχεία δεν αποτελούν ιδίως:
- Οι κάθε είδους φορολογικές δηλώσεις του φορολογούμενου,
- Στοιχεία για το υπόλοιπο ή τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή, μόνο εάν αφορούν στην τελευταία πενταετία που δεν έχει επέλθει η παραγραφή.
- Τα λογιστικά αρχεία (βιβλία και στοιχεία) του φορολογούμενου.
Ο «κόφτης» της παραγραφής
Σε κάθε περίπτωση που πρόκειται να επεκταθεί ο φορολογικός έλεγχος εξετάζεται ο παράγοντας «παραγραφή», καθώς το δικαίωμα της φορολογικής Αρχής να ελέγξει έναν φορολογούμενο, έχει χρονικό περιορισμό, πέντε έτη, από το έτος υποχρέωσης υποβολής της φορολογικής δήλωσης.
Ο χρόνος επεκτείνεται στη δεκαετία, μόνο εάν προκύψουν «συμπληρωματικά στοιχεία», δηλαδή δεδομένα τα οποία δεν θα ήταν δυνατόν να υποπέσουν στην αντίληψη της εφορίας εντός της πενταετίας.
Ο περιορισμός αυτός, βγάζει εκτός τις τραπεζικές καταθέσεις, οι οποίες επειδή είναι στις τράπεζες και η εφορία έχει την ευχέρεια να τις ελέγχει όποτε επιθυμεί, δεν δικαιολογείται η παρέκταση της περιόδου παραγραφής, εξ αφορμής των κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών.