Στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας καταγράφεται αυτή την περίοδο διαθεσιμότητα αρκετών σταθερών τιμολογίων ρεύματος με κόστος κάτω από τα 15 λεπτά ανά κιλοβατώρα, σύμφωνα με πηγές του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Κατά την προηγούμενη ενεργειακή κρίση, η κυβέρνηση είχε προχωρήσει σε επιδοτήσεις ώστε η τελική τιμή για τους καταναλωτές να διαμορφώνεται στα 15 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Με τα σημερινά δεδομένα, οι καταναλωτές που ανησυχούν για την εξέλιξη των τιμών έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν σταθερό κόστος για το επόμενο δωδεκάμηνο, σε τιμή χαμηλότερη από εκείνη που διαμορφώθηκε με κρατική επιδότηση την περίοδο 2022-2023. Η κυβέρνηση παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις τόσο στον τομέα του ηλεκτρισμού όσο και στην ευρύτερη αγορά ενέργειας.
Απαντώντας σε ερωτήσεις για το ενδεχόμενο νέων επιδοτήσεων λόγω της αύξησης που παρατηρείται στη χονδρική τιμή τον Σεπτέμβριο, οι ίδιες πηγές επισήμαναν ότι μεγάλο μέρος των καταναλωτών έχει ήδη στραφεί στα «μπλε» (σταθερά) τιμολόγια. Το μερίδιο των σταθερών τιμολογίων αυξήθηκε στο 31,62% τον Ιούνιο από 28,57% τον Ιανουάριο, ενώ τα «πράσινα» τιμολόγια υποχώρησαν στο 53% από 57%, διατηρώντας ωστόσο το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς.
Σε ό,τι αφορά τη δέσμη παρεμβάσεων για τη θέρμανση, που ανακοίνωσε πρόσφατα ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, αναφέρθηκε ότι η εξειδίκευση των μέτρων θα γίνει άμεσα. Το «πακέτο» προβλέπει παρεμβάσεις της κυβέρνησης και των διυλιστηρίων ώστε η τιμή εκκίνησης του πετρελαίου θέρμανσης στις 15 Οκτωβρίου να διαμορφωθεί κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο, επίπεδο στο οποίο έκλεισε η περσινή περίοδος. Παράλληλα, θα ισχύσει αύξηση του επιδόματος θέρμανσης για όλες τις πηγές θέρμανσης, με εισοδηματικά και κλιματικά κριτήρια, καλύπτοντας 1,2 εκατ. καταναλωτές και κόστος που πέρυσι ανήλθε στα 173 εκατ. ευρώ.
Οι ίδιες πηγές ξεκαθάρισαν ότι οι ενέργειες που θα αναληφθούν δεν θα διακινδυνεύσουν τη δημοσιονομική ισορροπία. Υπό το ίδιο πρίσμα εξετάζονται τα αιτήματα της βιομηχανίας για ενεργοποίηση του ευρωπαϊκού πλαισίου CISAF (Clean Industrial StateAid Framework). Το πλαίσιο αυτό δίνει τη δυνατότητα επιδότησης έως και του 50% της κατανάλωσης των ενεργοβόρων βιομηχανιών, με ανώτατο όριο το 50% της χονδρικής τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας και υποχρέωση επένδυσης του 50% της επιδότησης σε έργα ενεργειακής απόδοσης.
Σημειώνεται ότι η Ελλάδα ήδη εφαρμόζει μέτρα όπως η αντιστάθμιση κόστους ρύπων για μεγάλες επιχειρήσεις και η μείωση των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ). Από τις 27 χώρες της ΕΕ, μόνο 4 (Ιρλανδία, Βουλγαρία, Γερμανία, Σλοβενία) έχουν ενεργοποιήσει τον Κανονισμό CISAF, με τις δύο πρώτες να μην καλύπτουν το κόστος αντιστάθμισης.
Τέλος, ο λογαριασμός ΥΚΩ, που καλύπτει το αυξημένο κόστος ηλεκτροδότησης των νησιών και τις επιδοτήσεις του Κοινωνικού Οικιακού Τιμολογίου (ΚΟΤ), έχει τεθεί σε τροχιά ισοσκελισμού. Το διάστημα Ιανουαρίου – Ιουλίου του 2025 ο λογαριασμός ήταν ελλειμματικός κατά 136 εκατ. ευρώ, ενώ φέτος, μετά τη διασύνδεση της Κρήτης, το έλλειμμα μηδενίστηκε. Το συσσωρευμένο χρέος προηγούμενων ετών, ύψους 300 εκατ. ευρώ, προβλέπεται να καλυφθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό (200 εκατ. ευρώ) και από το επιπλέον όφελος που θα προκύψει με την ολοκλήρωση των διασυνδέσεων των Κυκλάδων και κυρίως της Σαντορίνης, που παρουσιάζει τις μεγαλύτερες καταναλώσεις.