Ο ψηφιακός τομέας αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και τη σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας με την Ευρώπη, σύμφωνα με τη νέα μελέτη της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας στο πλαίσιο της σειράς «Τάσεις του Επιχειρείν».
Σε συνθήκες αυξανόμενης αβεβαιότητας, η έμφαση μετατοπίζεται από τη βραχυπρόθεσμη ανθεκτικότητα προς τους διαρθρωτικούς παράγοντες που μπορούν να στηρίξουν τη μακροχρόνια αναπτυξιακή δυναμική.
Η μελέτη αναδεικνύει τον ψηφιακό τομέα (ICT) ως βασικό μοχλό ενίσχυσης της παραγωγικότητας, επισημαίνοντας τη σταθερή του άνοδο στην ελληνική οικονομία.
Παρά τη θετική πορεία του 2025, οι συνολικές πωλήσεις των επιχειρήσεων επιβραδύνθηκαν στο +2,6% (έναντι +4,2% το 2024), γεγονός που αποδίδεται στις πιέσεις της συγκυρίας.
Η πρόβλεψη για το 2026 περιορίζεται σε αύξηση περίπου 1%, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις δημιουργούν ασύμμετρα καθοδικά ρίσκα. Σε αυτό το περιβάλλον, ο εντοπισμός κλάδων με ισχυρό αναπτυξιακό αποτύπωμα καθίσταται κρίσιμος.
Ο ψηφιακός τομέας κατέγραψε την υψηλότερη επίδοση το 2025 (+6% σε αποπληθωρισμένες πωλήσεις), ενώ η συμβολή του στην προστιθέμενη αξία της οικονομίας αυξήθηκε στο 6,5% από 2,9% πριν από 25 χρόνια.
Η πρόοδος αυτή στηρίχθηκε σε επενδύσεις σε δίκτυα κινητής τηλεφωνίας, οπτικές ίνες και λογισμικό, χωρίς ωστόσο να έχει επιτευχθεί ουσιαστική σύγκλιση με την ΕΕ, όπου ο κλάδος αντιπροσωπεύει το 10,6% της οικονομίας.
Η τεχνολογική υστέρηση και οι επιπτώσεις στην παραγωγικότητα
Η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται κατά περίπου 30% έναντι της Ευρώπης σε επίπεδο ψηφιακής ωριμότητας, διαφορά που αντικατοπτρίζεται τόσο στη σύνθεση των παγίων όσο και στη χρήση εργαλείων ψηφιοποίησης όπως τα CRM και BI.
Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στη χαμηλή επένδυση σε λογισμικό (0,7% έναντι 1,5% στην ΕΕ), δηλαδή στην αξιοποίηση της τεχνολογίας στην παραγωγή, και όχι στην πρόσβαση σε υποδομές.
Η ανάλυση της Εθνικής Τράπεζας δείχνει ότι η παραγωγικότητα συνδέεται στενά με το ύψος και τη σύνθεση των ψηφιακών παγίων, με το λογισμικό να αποτελεί κρίσιμη μεταβλητή.
Στο συντηρητικό σενάριο, όπου οι επενδύσεις διατηρούνται στα σημερινά επίπεδα, η παραγωγικότητα εργασίας αναμένεται να αυξηθεί σωρευτικά κατά 30% έως το 2035, μειώνοντας το παραγωγικό κενό με την ΕΕ στο 47% και αποφέροντας όφελος €12 δισ.
Στο φιλόδοξο σενάριο, με επιτάχυνση των ψηφιακών επενδύσεων κατά 40%, η παραγωγικότητα θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 50%, περιορίζοντας το χάσμα με την ΕΕ στο 41% και δημιουργώντας πρόσθετη αξία €23 δισ. έως το 2035.
Προϋποθέσεις για την επιτάχυνση της ψηφιακής μετάβασης
Η μελέτη υπογραμμίζει ότι η σύγκλιση με την Ευρώπη αποτελεί πλέον ελάχιστη προϋπόθεση και όχι φιλόδοξο στόχο. Η Ελλάδα έχει ήδη θέσει τις βάσεις με πρωτοβουλίες όπως το myDATA και το Greece 2.0.
Το επόμενο βήμα είναι η δημιουργία ενός συνεκτικού και δεσμευτικού πλαισίου που θα καθιστά την ψηφιοποίηση εύκολη και συμφέρουσα επιλογή, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Οι προτεινόμενοι άξονες δράσης περιλαμβάνουν:
• Δημιουργία ενιαίας ψηφιακής πλατφόρμας (ΑΑΔΕ, ΕΦΚΑ, Κτηματολόγιο, Τράπεζες) για απλοποίηση διαδικασιών και μείωση κόστους, στα πρότυπα της Εσθονίας.
• Αξιοποίηση της ηλεκτρονικής τιμολόγησης ως μοχλού για την υιοθέτηση χαμηλού κόστους προγραμμάτων, όπως ERP με ενσωματωμένη τεχνητή νοημοσύνη, με παράλληλη συμβουλευτική και χρηματοδοτική υποστήριξη, στα πρότυπα Πορτογαλίας, Ιταλίας και Γερμανίας.
• Ενίσχυση της ικανότητας μετασχηματισμού των επιχειρήσεων μέσω στοχευμένων κινήτρων και ανάπτυξης ψηφιακών δεξιοτήτων, ακολουθώντας το παράδειγμα της Εσθονίας.
Η Εθνική Τράπεζα καταλήγει ότι η εδραίωση ενός συνεκτικού πλαισίου ψηφιοποίησης μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για τον οργανωτικό μετασχηματισμό των επιχειρήσεων και τη συνολική παραγωγική σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας με την Ευρώπη.