Έως και στο 50% του φόρου που αποφεύχθηκε να πληρωθεί ανέρχεται το πρόστιμο που επιβάλλεται στους φορολογούμενους, οι οποίοι θα υποβάλλουν ηθελημένα ή από λάθος, ανακριβή φορολογική δήλωση.
Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη συμπλήρωσή τους ή οι φορολογούμενοι που έχουν ήδη υποβάλει τις φετινές δηλώσεις (ή τις υπέβαλε αυτόματα η ΑΑΔΕ) αλλά έχουν αμφιβολίες για ορισμένους κωδικούς, οφείλουν να τσεκάρουν ξανά τα ηλεκτρονικά έντυπα, να διορθώσουν τα λάθη και να υποβάλουν τροποποιητική.
Το περιθώριο για την υποβολή τροποποιητικής, για τη διόρθωση των λαθών, χωρίς πρόστιμα, είναι μέχρι την 15η Ιουλίου, που είναι και η λήξη της προθεσμίας υποβολής των φορολογικών δηλώσεων του 2026.
Σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, όταν η φορολογική δήλωση είναι ανακριβής και το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση υπολείπεται του ποσού του φόρου που προκύπτει με βάση διορθωτικό προσδιορισμό φόρου που πραγματοποιήθηκε από τη Φορολογική Διοίκηση, ο φορολογούμενος υπόκειται σε πρόστιμο επί της διαφοράς φόρου που προκύπτει προς καταβολή ως εξής:
- 10% του ποσού της διαφοράς, εάν το εν λόγω ποσό ανέρχεται σε ποσοστό από 5% έως 20% του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση,
- 25% του ποσού της διαφοράς, αν το εν λόγω ποσό υπερβαίνει το 20% και ανέρχεται έως το 50% του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση,
- 50% του ποσού της διαφοράς, αν το εν λόγω ποσό υπερβαίνει σε ποσοστό το 50% του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση.
Ειδικά για ανακριβείς δηλώσεις Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) ή δηλώσεις παρακρατούμενου φόρου, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με 50% επί της διαφοράς.
Σε φορολογούμενους που υποβάλλουν ανακριβή δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9) επιβάλλεται πρόστιμο εκατό (100) ευρώ. Σε περίπτωση υποβολής δηλώσεων στοιχείων ακινήτων για περισσότερα του ενός (1) έτους επιβάλλεται ένα μόνο πρόστιμο, εφόσον στις δηλώσεις αυτές επαναλαμβάνονται οι ίδιες μεταβολές.
Οι πιο συνηθισμένες παγίδες
Οι λογιστές επισημαίνουν ότι πολλά λάθη δεν γίνονται από πρόθεση αλλά από άγνοια ή από λάθος μεταφορά δεδομένων από τους εργοδοτικούς ή άλλους φορείς ή ακόμα και από παραλείψεις. Τα συνηθέστερα λάθη που αποδεικνύονται παγίδες για τους φορολογούμενους, σε ότι αφορά στις δηλώσεις φόρου εισοδήματος, είναι:
- Η λανθασμένη ή η παράλειψη δήλωσης εισοδημάτων από περιστασιακή εργασία, πράξη που για τη φορολογική νομοθεσία συνιστά φοροδιαφυγή.
- Η μη δήλωση αναδρομικών αποδοχών ή επιδομάτων.
- Η παράλειψη εισοδημάτων από ενοίκια ή βραχυχρόνιες μισθώσεις, που επίσης θεωρείται φοροδιαφυγή.
- Η μη σωστή καταχώριση αποδείξεων ηλεκτρονικών πληρωμών. Αν οι δαπάνες για ηλεκτρονικές πληρωμές που δηλώθηκαν είναι περισσότερες από εκείνες που πραγματικά προκύπτουν από τα στοιχεία των τραπεζών και ο φορολογούμενος αποφεύγει το πρόστιμο του 22%, ένας έλεγχος της εφορίας θα εντοπίσει το λάθος και μπορεί να μετατρέψει το όφελος σε μεγάλη επιβάρυνση. Εκτός από τον φόρο 22% επί της διαφοράς των αποδείξεων, θα τιμωρηθεί και με πρόστιμο είτε υπήρχε πρόθεση είτε όχι.
- Λάθη σε τεκμήρια διαβίωσης, όπως αυτοκίνητα ή κατοικίες. Τα υποδηλωμένα περιουσιακά στοιχεία μειώνουν την ετήσια τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης και ο υπόχρεος επωφελείται εφόσον τα δηλωθέντα εισοδήματά του είναι χαμηλότερα από το άθροισμα των τεκμαρτών δαπανών. Εφόσον συμβαίνει αυτό, ο υπόχρεος καλείται να διορθώσει τους κωδικούς και ο φόρος επανυπολογίζεται, με την προσθήκη και των αναλογούντων προστίμων.
Δύσκολα ξεφεύγουν από τις διασταυρώσεις
Τα λάθη στις φορολογικές δηλώσεις και ιδίως η απόκρυψη εισοδημάτων εντοπίζονται σχετικά εύκολα από τις αυτόματες και πυκνές διασταυρώσεις των δεδομένων που διενεργεί η ΑΑΔΕ, οπότε το ρίσκο, για όσους μπαίνουν στον «πειρασμό» να υποβάλουν ανακριβείς δηλώσεις, είναι μεγάλο.
Τα τελευταία χρόνια, η ΑΑΔΕ έχει επενδύσει σε τεχνολογικά εργαλεία που επιτρέπουν την αυτοματοποιημένη διασταύρωση δεδομένων και η ψηφιοποίηση των συναλλαγών με τις φορολογικές υπηρεσίες σε συνδυασμό με την υποχρεωτική χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών έχουν περιορίσει δραστικά τα περιθώρια απόκρυψης εισοδημάτων.
Στο πλαίσιο αυτό, τραπεζικές κινήσεις, ηλεκτρονικές αποδείξεις, στοιχεία από εργοδότες, ασφαλιστικά ταμεία, ακόμα και δεδομένα από πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης, συγκρίνονται με τις δηλώσεις εισοδήματος. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μικρές αποκλίσεις μπορούν να εντοπιστούν άμεσα.