Η Ελλάδα καταγράφει τη μεγαλύτερη μείωση δημοσίου χρέους μεταξύ των «27» της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά την πανδημία, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή πτωτική πορεία των τελευταίων ετών.
Το πρώτο τρίμηνο του 2021, λόγω των έκτακτων δημοσιονομικών δαπανών και της ύφεσης που προκάλεσε η Covid-19, το ελληνικό χρέος είχε εκτιναχθεί στο 212,9% του ΑΕΠ, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 91,5%.
Ωστόσο, στο τέλος του 2025, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ περιορίστηκε στο 146,1%, σημειώνοντας εντυπωσιακή μείωση σχεδόν 67 ποσοστιαίων μονάδων μέσα σε τέσσερα χρόνια. Η εξέλιξη αυτή επιτεύχθηκε παρά τις πιέσεις που δέχθηκε η οικονομία από τη διπλή ενεργειακή και εφοδιαστική κρίση μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Η αναλογία χρέους-ΑΕΠ έχει επιστρέψει στα ευνοϊκότερα επίπεδα από το καλοκαίρι του 2010, δηλαδή από την έναρξη του πρώτου προγράμματος προσαρμογής. Το αποτέλεσμα αποδίδεται στη συνετή δημοσιονομική πολιτική, τη δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων, την πρόωρη αποπληρωμή των δανείων του πρώτου μνημονίου και των ακριβών δανείων του ΔΝΤ, καθώς και στους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που ενισχύουν το ΑΕΠ.
Την ίδια περίοδο, ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βελτιώθηκε κατά μόλις 9,8 ποσοστιαίες μονάδες, περιορίζοντας την απόκλιση Ελλάδας - ΕΕ στις 64,4 μονάδες, έναντι 121,4 μονάδων στις αρχές του 2021.
Ανάλογες επιδόσεις παρουσίασε μόνο η Κύπρος, η οποία μείωσε τον δείκτη χρέους προς ΑΕΠ κατά 62,5 μονάδες μεταξύ 2021 και 2025. Στον αντίποδα, οκτώ κράτη-μέλη είδαν το χρέος τους να αυξάνεται, ενώ η Γερμανία και η Γαλλία περιόρισαν τη σχέση ΑΕΠ-χρέους κατά μόλις 5,3 και 1,5 μονάδες αντίστοιχα, παρά τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού τους.
Η δομή του ελληνικού χρέους παραμένει ευνοϊκή, καθώς μεγάλο μέρος του αποτελείται από δάνεια στήριξης των προηγούμενων προγραμμάτων, όπως επισημαίνει και η ανάλυση της ΕΛΣΤΑΤ.
Σύμφωνα με το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο, στόχος είναι η περαιτέρω αποκλιμάκωση του χρέους στο 140% του ΑΕΠ έως το 2027 και στο 120% έως το 2030.