Η παγκόσμια αγορά λιπασμάτων βρίσκεται σε νέα περίοδο έντονων αναταράξεων, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επιβαρύνουν περαιτέρω την ήδη πιεσμένη κατάσταση του κλάδου.
Πριν από λίγα χρόνια, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία είχε προκαλέσει σημαντικές αυξήσεις κόστους για τη βιομηχανία λιπασμάτων, τους παραγωγούς και τελικά τους καταναλωτές. Σήμερα, η κρίση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει χώρες-κλειδιά στην παραγωγή βασικών λιπασμάτων, όπως το Ιράν και κράτη του Κόλπου, ενώ τα προβλήματα στις θαλάσσιες μεταφορές μέσω των στενών του Ορμούζ εντείνουν την αβεβαιότητα.
Ανατιμήσεις και διεθνείς επιπτώσεις
Οι διεθνείς τιμές λιπασμάτων καταγράφουν σημαντική άνοδο μετά την έναρξη της σύρραξης στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, η τιμή της ουρίας αυξήθηκε έως και 46% μέσα σε έναν μήνα (Φεβρουάριος – Μάρτιος 2026), λόγω διαταραχών στην ενέργεια και τις μεταφορές. Παράλληλα, ο FAO κατέγραψε αύξηση περίπου 20% στις αρχές Μαρτίου, συνδέοντας την άνοδο με το αυξημένο κόστος καυσίμων και πρώτων υλών.
Δεδομένα της Ε.Ε. δείχνουν ότι οι τιμές των αζωτούχων λιπασμάτων είναι αυξημένες έως και 58% σε σχέση με το 2024. Όπως ανέφερε στο Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Παραγωγών και Εμπόρων Λιπασμάτων (ΣΠΕΛ), Κωνσταντίνος Ωραιόπουλος, η ένταση στα στενά του Ορμούζ επηρεάζει άμεσα την αγορά, καθώς το 60%-70% των αζωτούχων λιπασμάτων παράγεται στη Μέση Ανατολή.
«Οι τιμές που διαμορφώνονται, κυρίως λόγω του μεταφορικού και ενεργειακού κόστους, πιέζουν πάρα πολύ την αγορά λιπασμάτων», σημείωσε ο κ. Ωραιόπουλος. Ο Αντιπρόεδρος του ΣΠΕΛ, Δημήτρης Ρουσσέας, υπογράμμισε ότι η σημερινή συγκυρία είναι ακόμη πιο δύσκολη από εκείνη του 2022, χωρίς να διαφαίνεται σαφής ορίζοντας αποκλιμάκωσης.
Επιπτώσεις στην ελληνική αγορά
Η αύξηση του κόστους έχει ήδη οδηγήσει σε αλλαγές στον καλλιεργητικό σχεδιασμό. Καλλιέργειες υψηλών απαιτήσεων, όπως το καλαμπόκι, περιορίζονται, ενώ οι παραγωγοί στρέφονται σε λιγότερο απαιτητικές επιλογές. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις εμφανίζουν επιφυλακτικότητα στις εισαγωγές πρώτων υλών, αναμένοντας την αντίδραση της αγοράς.
«Υπάρχει μεγάλος προβληματισμός για το αν οι παραγωγοί θα μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν τις ποσότητες αυτές με τις σημερινές τιμές», ανέφερε ο κ. Ρουσσέας. Ωστόσο, τόσο ο πρόεδρος όσο και ο αντιπρόεδρος του ΣΠΕΛ διαβεβαιώνουν ότι υπάρχει επάρκεια για τη φετινή καλλιεργητική περίοδο.
«Υπάρχουν διαθέσιμες ποσότητες τόσο σε καταστήματα όσο και σε εταιρείες διανομής, επομένως δεν τίθεται θέμα επάρκειας αυτή τη στιγμή», δήλωσε ο κ. Ωραιόπουλος, προσθέτοντας ότι η κατάσταση μπορεί να αλλάξει εάν παραταθεί η διεθνής κρίση, με επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής γεωργίας.
Ο κ. Ρουσσέας προειδοποιεί για διπλό κίνδυνο: είτε αύξηση τιμών στα αγροτικά προϊόντα λόγω υψηλού κόστους παραγωγής είτε απώλεια ανταγωνιστικότητας, εφόσον οι διεθνείς τιμές πιεστούν. Ιδιαίτερη ανησυχία του κλάδου αποτελεί η υπολίπανση, δηλαδή η μειωμένη χρήση λιπασμάτων λόγω κόστους.
«Η υπολίπανση επηρεάζει τόσο την ποσότητα όσο και την ποιότητα της παραγωγής και αυτό είναι κάτι που θέλουμε να αποφύγουμε», επισήμανε ο κ. Ωραιόπουλος, διευκρινίζοντας ότι μέχρι στιγμής δεν έχουν παρατηρηθεί τέτοια φαινόμενα, αν και ενδέχεται να εμφανιστούν τους θερινούς μήνες.
Κυβερνητικά μέτρα και προτάσεις του κλάδου
Με την έναρξη της κρίσης, η κυβέρνηση ανακοίνωσε επιδότηση ύψους 15 εκατ. ευρώ για την αγορά λιπασμάτων, με στόχο να περιοριστούν οι επιπτώσεις του αυξημένου κόστους στον αγροτικό τομέα. Το μέτρο προβλέπει επιδότηση 15% επί της αξίας των τιμολογίων αγοράς λιπασμάτων για αγορές από 15 Μαρτίου έως 31 Μαΐου 2026.
Δικαιούχοι της ενίσχυσης είναι επαγγελματίες αγρότες και επιχειρήσεις του πρωτογενούς τομέα, με την καταβολή να γίνεται μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας της ΑΑΔΕ. «Αποτελεί βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση», δήλωσε ο κ. Ωραιόπουλος, ενώ ο κ. Ρουσσέας το χαρακτήρισε «πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση της κατάστασης».
Ο κλάδος ζητεί επιπλέον μέτρα, όπως την αναβολή ή άρση του μηχανισμού συνοριακής προσαρμογής άνθρακα (CBAM), τη διεύρυνση των πηγών προμήθειας πρώτων υλών και την ενίσχυση των αγροτών σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Παράλληλα, προτείνεται η άρση περιορισμών που δυσχεραίνουν την πρόσβαση σε βασικούς προμηθευτές.