Η Εθνική Τράπεζα βλέπει την ελληνική οικονομία να εισέρχεται στο 2026 με ισχυρότερες αντοχές, χάρη στην επιτάχυνση της ανάπτυξης στο τέλος του 2025 και στη σαφώς βελτιωμένη σύνθεση του ΑΕΠ, την ώρα όμως που η κρίση στη Μέση Ανατολή αναδεικνύεται σε βασικό παράγοντα αβεβαιότητας για την πορεία της χρονιάς.
Στην ανάλυσή της για το ΑΕΠ του τέταρτου τριμήνου, η Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της ΕΤΕ επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία έκλεισε το 2025 με πιο ισχυρή δυναμική, καθώς το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,4% σε ετήσια βάση και κατά 0,8% σε τριμηνιαία βάση το τελευταίο τρίμηνο του έτους.
Η επίδοση αυτή, όπως σημειώνεται, δεν αποτυπώνει μόνο έναν ταχύτερο ρυθμό μεγέθυνσης, αλλά και ένα πιο υγιές μείγμα ανάπτυξης, με τα βασικά συστατικά της εγχώριας ζήτησης να κινούνται ταυτόχρονα ανοδικά.
Οι επενδύσεις δίνουν τον τόνο στην ανάπτυξη
Κύριος μοχλός της ανάπτυξης αναδείχθηκαν οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, οι οποίες επιταχύνθηκαν στο 14% σε ετήσια βάση το τέταρτο τρίμηνο, από 13,2% το τρίτο.
Η τράπεζα αποδίδει αυτή την ώθηση τόσο στην έντονη αύξηση των κατασκευών, με αιχμή τις οικιστικές επενδύσεις, όσο και στην άνοδο των δαπανών για μεταφορικό εξοπλισμό, μηχανήματα, τεχνολογία και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην ανάκαμψη της οικιστικής δραστηριότητας, καθώς, σύμφωνα με την έκθεση, μπορεί να συμβάλει στην άμβλυνση της στενότητας προσφοράς που τροφοδοτεί το στεγαστικό πρόβλημα.
Η ΕΤΕ υπογραμμίζει ακόμη ότι το ποσοστό των επενδύσεων στο ΑΕΠ ανήλθε στο 19,1% το τέταρτο τρίμηνο και στο 18% κατά μέσο όρο σε όλο το 2025, επίπεδα που αποτελούν υψηλά 16 ετών.
Ποιοτικότερες επενδύσεις και στήριξη από την κατανάλωση
Παράλληλα, βλέπει σαφή ποιοτική αναβάθμιση στο επενδυτικό μείγμα, καθώς αυξάνεται η συμμετοχή δαπανών που έχουν ισχυρό αποτύπωμα στην παραγωγικότητα, όπως το λογισμικό, η έρευνα και ανάπτυξη, αλλά και ο εξοπλισμός τεχνολογίας και επικοινωνιών.
Θετική ήταν και η συμβολή της ιδιωτικής κατανάλωσης, η οποία επιταχύνθηκε στο 2,5% από 1,4% το προηγούμενο τρίμηνο.
Η τράπεζα συνδέει την πορεία αυτή με τη βελτίωση στην αγορά εργασίας, την αύξηση των μη μισθολογικών εισοδημάτων, αλλά και τη στήριξη προς πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες κατά το τέλος του έτους.
Η απασχόληση ενισχύθηκε περαιτέρω, η ανεργία υποχώρησε σε χαμηλό 17 ετών και ο μέσος πραγματικός μισθός στον ιδιωτικό τομέα κατέγραψε άνοδο περίπου 2% στο σύνολο της χρονιάς.
Εξαγωγές στηρίζουν την ανάπτυξη, αρνητική επίδραση από τα αποθέματα
Σημαντική ήταν, σύμφωνα με την ΕΤΕ, και η συμβολή των εξαγωγών, κυρίως των αγαθών, οι οποίες αποτέλεσαν θετική έκπληξη για ακόμη ένα τρίμηνο.
Οι εξαγωγές αγαθών σε σταθερές τιμές αυξήθηκαν κατά 7,1% σε ετήσια βάση το τέταρτο τρίμηνο και κατά 3% στο σύνολο του 2025, σημειώνοντας την καλύτερη επίδοση της τελευταίας τριετίας.
Σε συνδυασμό με τη σχετικά ήπια αύξηση των εισαγωγών, οι καθαρές εξαγωγές ενίσχυσαν την ανάπτυξη, παρά την πιο αδύναμη επίδοση των υπηρεσιών, η οποία αποδίδεται κυρίως στη ναυτιλία.
Στον αντίποδα, αρνητικά λειτούργησε η περαιτέρω συρρίκνωση των αποθεμάτων, η οποία αφαίρεσε μέρος της συνολικής ανάπτυξης.
Η τράπεζα εξηγεί ότι η εξέλιξη αυτή αντανακλά τόσο την ολοκλήρωση σημαντικών επενδυτικών έργων όσο και την ισχυρή απορρόφηση πρώτων υλών και έτοιμων προϊόντων λόγω της ενισχυμένης εγχώριας ζήτησης και των εξαγωγών.
Θετικό σημείο εκκίνησης για το 2026, αλλά με αυξημένη αβεβαιότητα
Με αυτά τα δεδομένα, η ΕΤΕ εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία περνά στο 2026 με ένα θετικό «μαξιλάρι», καθώς η ισχυρή επίδοση του τέταρτου τριμήνου μεταφράζεται σε μετακύλιση 1,1 ποσοστιαίων μονάδων στην ανάπτυξη της φετινής χρονιάς.
Με βάση τους διαθέσιμους πρόδρομους δείκτες των δύο πρώτων μηνών του 2026, το nowcasting μοντέλο της τράπεζας προέβλεπε αρχικά αύξηση του ΑΕΠ 2,4% το πρώτο τρίμηνο και ετήσιο ρυθμό κοντά στο 2,5% για όλο το έτος.
Στην ίδια ανάλυση, η τράπεζα επισημαίνει ότι η ανάπτυξη θα μπορούσε να στηριχθεί περαιτέρω από μια σειρά παραγόντων: τη συνεχιζόμενη ανθεκτικότητα της αγοράς εργασίας, την αύξηση του κατώτατου μισθού, τις φορολογικές ελαφρύνσεις, την εντονότερη ώθηση από το Ταμείο Ανάκαμψης, την αυξανόμενη πιστωτική επέκταση, τις ισχυρές άμεσες ξένες επενδύσεις, αλλά και τις θετικές ενδείξεις για τον τουρισμό.
Ωστόσο, η έκθεση ξεκαθαρίζει ότι η απότομη κλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή αλλάζει το τοπίο και αυξάνει αισθητά την αβεβαιότητα.
Το ενεργειακό σοκ απειλεί να φρενάρει την ανάπτυξη
Η ΕΤΕ σημειώνει ότι οι ενεργειακές αγορές αντέδρασαν ήδη βίαια, με το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο να καταγράφουν άνοδο της τάξης περίπου του 30% και 50% αντίστοιχα σε σχέση με τον μέσο όρο του Φεβρουαρίου.
Υπό την παραδοχή ότι αυτές οι τιμές διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα έως και τον Απρίλιο, ο πληθωρισμός θα μπορούσε να κινηθεί μεταξύ 3,5% και 4% τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, πριν υποχωρήσει αργότερα μέσα στο έτος.
Στο δυσμενές αυτό σενάριο, η τράπεζα εκτιμά ότι η αυξημένη αβεβαιότητα για την ενέργεια και τις τιμές μπορεί να περιορίσει προσωρινά τόσο την κατανάλωση όσο και τις επενδύσεις
. Έτσι, ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης στο πρώτο εξάμηνο του 2026 θα μπορούσε να υποχωρήσει κατά περίπου μισή ποσοστιαία μονάδα, στο 1,7%, με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση να εντοπίζεται στο δεύτερο τρίμηνο.
Σε ετήσια βάση, η ανάπτυξη θα μπορούσε να διαμορφωθεί στο 2%, αντί για 2,5% στο βασικό σενάριο, ενώ ο μέσος πληθωρισμός θα επιταχυνόταν στο 3,2%.
Η Εθνική Τράπεζα διευκρινίζει ότι αυτές οι προβλέψεις δεν ενσωματώνουν ακόμη την επίδραση πιθανών κρατικών παρεμβάσεων στήριξης, που θα μπορούσαν να περιορίσουν μέρος των βραχυπρόθεσμων πιέσεων.
Προειδοποιεί, πάντως, ότι αν η κρίση αποδειχθεί πιο παρατεταμένη και οι ενεργειακές αναταράξεις διαρκέσουν πέρα από το δεύτερο τρίμηνο, τότε οι επιπτώσεις στην οικονομία θα είναι μεγαλύτερες και θα απαιτηθούν πιο εκτεταμένα μέτρα, ενδεχομένως και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.