Η διάρκεια της κρίσης στη Μέση Ανατολή αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα για την έκταση και τη φύση των επιπτώσεων που ενδέχεται να έχει η ανάφλεξη στην ελληνική οικονομία.
Προς το παρόν, δεν παρατηρείται κανένα ζήτημα επάρκειας εφοδιασμού, καθώς οι βασικές πηγές προμήθειας της Ελλάδας παραμένουν ανεπηρέαστες. Το παραγωγικό δυναμικό, τόσο από ΑΠΕ όσο και από θερμικές μονάδες, βρίσκεται σε πλήρη διαθεσιμότητα, ενώ η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει χαμηλή λόγω ευνοϊκών καιρικών συνθηκών.
Ωστόσο, σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα, ενδέχεται να προκύψουν αυξημένα κόστη στον εφοδιασμό με φυσικό αέριο, εφόσον η σύγκρουση παραταθεί και οι χώρες που σήμερα προμηθεύονται φυσικό αέριο από το Κατάρ στραφούν σε εναλλακτικές πηγές, κυρίως στις ΗΠΑ, από όπου προμηθεύεται υγροποιημένο φυσικό αέριο και η Ελλάδα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, τα παραπάνω προέκυψαν από την ευρεία σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε υπό τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κ. Σταύρο Παπασταύρου, και τον Υφυπουργό κ. Νίκο Τσάφο, με τη συμμετοχή εκπροσώπων εποπτευόμενων φορέων και εταιρειών πετρελαίου, φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας.
Μεταξύ των θετικών στοιχείων που επισημάνθηκαν είναι η υψηλή παραγωγή από ΑΠΕ, κυρίως από αιολικά και φωτοβολταϊκά, καθώς και η ισχυρή συνεισφορά των υδροηλεκτρικών, των οποίων οι ταμιευτήρες παραμένουν γεμάτοι. Διαθέσιμες είναι επίσης οι λιγνιτικές μονάδες που συνεχίζουν να λειτουργούν, με το ενδεχόμενο παράτασης της συμμετοχής τους στην αγορά έως το φθινόπωρο. Αντίθετα, πρόβλημα αποτελεί η έλλειψη υποδομών αποθήκευσης φυσικού αερίου.
Τέλος, επισημάνθηκε ότι έχουν τεθεί σε ισχύ αυξημένα μέτρα ασφαλείας σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, καθώς και ενισχυμένα πρωτόκολλα κυβερνοασφάλειας.