Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την επάρκεια τροφής, το 7,5% του πληθυσμού της χώρας αντιμετώπισε το 2025 μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής, ενώ το 1,7% βρέθηκε αντιμέτωπο μόνο με σοβαρή ανεπάρκεια, βάσει της παγκόσμιας τυπικής κλίμακας ανεπάρκειας τροφής (FIES).
Τα αντίστοιχα ποσοστά για τη μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια κατέγραψαν διακυμάνσεις από 6% έως 8% την περίοδο 2019-2024, με το 2024 να φτάνει το 7%. Η σοβαρή ανεπάρκεια τροφής παρέμεινε σχετικά σταθερή, μεταξύ 1,4% και 1,7%, σημειώνοντας την υψηλότερη τιμή της το 2025.
Ως νοικοκυριό με μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής ορίζεται εκείνο στο οποίο τουλάχιστον ένα μέλος δήλωσε ότι κατά τους 12 μήνες πριν τη διενέργεια της έρευνας αναγκάστηκε να παραλείψει γεύμα, να φάει λιγότερο από όσο είχε ανάγκη, να μείνει χωρίς τροφή, να πεινάσει χωρίς να φάει ή να περάσει μια ολόκληρη ημέρα χωρίς τροφή, λόγω έλλειψης χρημάτων ή άλλων πόρων.
Για τη σοβαρή ανεπάρκεια τροφής, αρκεί τουλάχιστον ένα μέλος του νοικοκυριού να δήλωσε ότι πέρασε μια ολόκληρη ημέρα χωρίς τροφή, εξαιτίας έλλειψης χρημάτων ή άλλων πόρων, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο επιπολασμός μέτριας ή σοβαρής ανεπάρκειας τροφής ανέρχεται σε 7,4%, ενώ για τη σοβαρή ανεπάρκεια το αντίστοιχο ποσοστό είναι 1,9%.
Τα ερωτήματα της έρευνας της ΕΛΣΤΑΤ για την επάρκεια τροφής αφορούν την περίοδο των 12 προηγούμενων μηνών πριν τη διενέργεια της έρευνας και αποσκοπούν στην αποτύπωση της δυνατότητας παροχής επαρκούς και κατάλληλης τροφής σε όλα τα μέλη του νοικοκυριού, ώστε να καλύπτονται οι διατροφικές ανάγκες για υγιή διαβίωση.