Η εμμονική παρακολούθηση (stalking) αναδεικνύεται σε σύνθετο και επικίνδυνο κοινωνικό φαινόμενο, που δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες ενοχλητικές πράξεις, αλλά συνιστά συστηματικό μοτίβο ελέγχου με σοβαρές ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις.
Το θέμα απασχόλησε στρογγυλό τραπέζι στο πλαίσιο του 3ου Συνεδρίου Ιατροδικαστικής-Ψυχιατροδικαστικής, όπου ειδικοί επισήμαναν την ανάγκη για διεπιστημονική συνεργασία μεταξύ ιατροδικαστών, ψυχολόγων, δικηγόρων, αστυνομικών και κοινωνικών υπηρεσιών.
«Το stalking δεν είναι κάτι καινούριο. Απλώς λόγω του διαδικτύου είναι πλέον πολύ πιο δύσκολο να ελέγξουμε τι γίνεται και ποιες είναι οι συνέπειές του», ανέφερε ο νομικός και μεταπτυχιακός φοιτητής στο πρόγραμμα Ιατροδικαστικής-Ψυχιατροδικαστικής του ΑΠΘ, Λάμπρος Λαμπράκης.
Όπως εξήγησε, οι βασικές μορφές stalking περιλαμβάνουν τη σωματική παρακολούθηση, την ψηφιακή παρενόχληση που μπορεί να εξελιχθεί σε κυβερνοεκφοβισμό, την ερωτομανία, την εκδικητική ή εμμονική παρακολούθηση καθώς και την παρακολούθηση διασημοτήτων.
Το προφίλ των δραστών και των θυμάτων
Οι stalkers ενδέχεται να έχουν απορριφθεί από πρώην σύντροφο, να αναζητούν οικειότητα ή να ενεργούν εκδικητικά.
Ο κ. Λαμπράκης υπογράμμισε ότι δεν υπάρχει τυπικό «προφίλ» δράστη, καθώς προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα, ενώ σε ποσοστό άνω του 75% εντοπίζεται κάποια ψυχική διαταραχή. Η χρήση ουσιών αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου, λόγω μειωμένου αυτοελέγχου και αυξημένης παρορμητικότητας.
Αναφορικά με τα θύματα, το 47% είχε προηγούμενη ερωτική σχέση με τον δράστη, ενώ η πιο ευάλωτη ομάδα είναι οι γυναίκες ηλικίας 18 έως 30 ετών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, το 83% των θυμάτων εμφανίζει αυξημένο άγχος, το 74% διαταραχές ύπνου και το 37% μετατραυματικό στρες. Πολλά θύματα αναγκάζονται να αλλάξουν τόπο κατοικίας ή επαγγελματική πορεία λόγω φόβου και κοινωνικής απομόνωσης.
Ψυχολογικές επιπτώσεις και θεραπευτικές παρεμβάσεις
Η ψυχολόγος Δήμητρα Νάκου τόνισε ότι τα θύματα βιώνουν υψηλά επίπεδα άγχους, καταθλιπτική διάθεση και αίσθηση απώλειας ελέγχου. Οι συνέπειες επεκτείνονται στην καθημερινότητα, με μείωση της ποιότητας ζωής, κοινωνική απομόνωση και επιπτώσεις στις οικογενειακές σχέσεις.
«Η εμπειρία του stalking θεωρείται μορφή ψυχολογικού τραύματος. Η προσέγγιση trauma-informed care δίνει έμφαση στην ασφάλεια και την κατανόηση του τραύματος.
Στόχος είναι η ενίσχυση της αίσθησης ελέγχου και αυτοαποτελεσματικότητας», σημείωσε η κ. Νάκου. Επισήμανε επίσης ότι η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική, ενώ η κοινωνική υποστήριξη λειτουργεί ως καθοριστικός προστατευτικός παράγοντας.
Ιατροδικαστική και νομική διάσταση
Ο ιατροδικαστής Βασίλης Σιώκας ανέδειξε τη σοβαρή ψυχική επιβάρυνση που προκαλείται στα θύματα, τα οποία βιώνουν διαρκή απώλεια ελέγχου ακόμη και σε «ασφαλείς» χώρους.
Τόνισε τη σημασία της τεκμηρίωσης της αιτιώδους σχέσης ανάμεσα στη συμπεριφορά του δράστη και στην επιδείνωση της ψυχικής κατάστασης του θύματος, καθώς και της ακριβούς εκτίμησης επικινδυνότητας για την αποφυγή κλιμάκωσης σε βίαιες πράξεις.
Ο αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ. Αλέξανδρος Λιακόπουλος εστίασε στη νομική και δικονομική αντιμετώπιση της εμμονικής παρενόχλησης, δίνοντας έμφαση στην προστασία του παθόντος και στις εγγυήσεις δίκαιης δίκης για τον κατηγορούμενο.
Υπογράμμισε ότι το stalking εμφανίζει μεγάλη ποικιλία μορφών και δεν μπορεί να υπαχθεί σε έναν ενιαίο κανόνα, ενώ παραμένει ζητούμενο ένα πιο σαφές και αυτοτελές νομοθετικό πλαίσιο.
Τέλος, επεσήμανε την ανάγκη για εξειδικευμένη κατηγοριοποίηση των μορφών stalking και ενίσχυση της προανακριτικής διαδικασίας με εκπαίδευση στη διαχείριση ψηφιακών αποδεικτικών στοιχείων και ανάπτυξη ειδικών επιχειρησιακών δομών για την αποτελεσματική προστασία των θυμάτων.