Τα ήθη και έθιμα της Μεγάλης Πέμπτης στη δυτική Θεσσαλία αναδεικνύει η ερευνήτρια τοπικής ιστορίας, συγγραφέας, λαογράφος και εκπαιδευτικός Βασιλική Κοζιού-Κολοφωτιά, μέσα από μαρτυρίες και παραδόσεις που διασώθηκαν στον κάμπο της περιοχής.
Όπως εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης οι νοικοκυρές ασχολούνταν με το βάψιμο των αυγών, χρησιμοποιώντας φυσικά υλικά όπως ριζάρι και κρεμμυδόφυλλα. Πρόκειται για παραδοσιακές συνταγές που καταγράφηκαν στην Κερασιά και στην Κρανιά Καρδίτσας, απλές αλλά με βαθιά ρίζα στην τοπική παράδοση.
Το βάψιμο των αυγών με κρεμμυδόφυλλα
Σε μια μεγάλη κατσαρόλα με χλιαρό νερό τοποθετούνται κρεμμυδόφυλλα και ξίδι, τα οποία βράζουν για περίπου μία ώρα. Κατόπιν, η κατσαρόλα σκεπάζεται και αφήνεται για 8-10 ώρες ώστε να απελευθερωθεί το χρώμα. Τα αυγά, αφού πλυθούν και στεγνώσουν, τοποθετούνται προσεκτικά στο χρωματισμένο νερό και βράζονται για ένα τέταρτο. Στη συνέχεια λαδώνονται απαλά για να γυαλίσουν.
Σύμφωνα με την ερευνήτρια, για 30 αυγά απαιτούνται περίπου τρεις χούφτες κρεμμυδόφυλλα και 100 γραμμάρια ξίδι. Το αποτέλεσμα είναι ένα βαθύ κεραμιδί χρώμα, ενώ το ίδιο νερό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ξανά για πιο σκούρα απόχρωση.
Το βάψιμο των αυγών με ριζάρι
Η δεύτερη παραδοσιακή μέθοδος περιλαμβάνει ρίζες από ριζάρι και λάπατα, που στουμπιούνται και αφήνονται σε νερό για δύο έως τρεις ημέρες. Τη Μεγάλη Πέμπτη το μείγμα βράζει για δύο ώρες, στραγγίζεται και χρησιμοποιείται για το βάψιμο των αυγών. Όπως και στην προηγούμενη μέθοδο, τα αυγά λαδώνονται στο τέλος για να αποκτήσουν γυαλάδα.
Παλαιότερα, το ριζάρι και τα λάπατα καλλιεργούνταν ακόμη και στους κήπους, καθώς οι ρίζες του φυτού χρησίμευαν όχι μόνο για το βάψιμο των αυγών αλλά και για την ανεξίτηλη βαφή υφασμάτων και ρούχων. Οι γυναίκες της περιοχής, γνωστές ως Καραγκούνες, χρησιμοποιούσαν το χρώμα αυτό και για τη διακόσμηση των ενδυμάτων τους.
Θρησκευτικά έθιμα και συμβολισμοί
Το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης, στη θεία λειτουργία του Μ. Βασιλείου, οι γυναίκες προσέφεραν δύο πρόσφορα —ένα για τον ιερέα και ένα για το σπίτι τους— καθώς και σιτάρι και ψωμί, τα οποία μοιράζονταν στο εκκλησίασμα για τις ψυχές των νεκρών. Μετά τη λειτουργία επισκέπτονταν τα κοιμητήρια, άναβαν τα καντήλια και τοποθετούσαν κόκκινα αυγά στους τάφους.
Το βράδυ, οι πιστοί παρακολουθούσαν τα Δώδεκα Ευαγγέλια και προσκυνούσαν τον Εσταυρωμένο Χριστό. Νεαρά κορίτσια στόλιζαν τον σταυρό με στεφάνια, ενώ πολλές γυναίκες έπλεκαν χειροποίητες κουλούρες κεριού, τις οποίες αφιέρωναν στο σώμα του Χριστού ή στόλιζαν με αυτές την εκκλησία, συχνά ως τάμα για κάποιον ασθενή. Μετά τη λειτουργία, οι γυναίκες στόλιζαν τον επιτάφιο και ξενυχτούσαν ψάλλοντας μοιρολόγια.
Η αξία της πολιτιστικής συνέχειας
Η Βασιλική Κοζιού-Κολοφωτιά επισημαίνει ότι οι πρώτοι πληροφορητές της υπήρξαν τα μέλη της οικογένειάς της και οι κάτοικοι της Καρδίτσας, των οποίων οι αφηγήσεις αποτέλεσαν πολύτιμο υλικό για τη διδασκαλία και τη δράση της σε πολιτιστικούς συλλόγους.
Όπως τονίζει, «σήμερα, που στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης αρχίζουν να ξεθωριάζουν τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την εθνική μας ταυτότητα, είναι ανάγκη επιτακτική να διασωθεί και να αναδειχθεί η πλούσια πολιτιστική μας κληρονομιά». Η ίδια υπογραμμίζει ότι με αυτόν τον τρόπο χτίζεται ένα ανάχωμα για τη διατήρηση των διαχρονικών αξιών του έθνους και των πολύτιμων στοιχείων του λαϊκού πολιτισμού.
Φωτογραφία - Πηγή: Βασιλική Κοζιού-Κολοφωτιά