Νέες επενδύσεις και παρεμβάσεις στο εθνικό σύστημα φυσικού αερίου εξετάζει ο ΔΕΣΦΑ, με στόχο την ενίσχυση της δυνατότητας μεταφοράς φυσικού αερίου, την εξυπηρέτηση των αυξανόμενων αναγκών της εγχώριας αγοράς αλλά και την περαιτέρω ανάπτυξη των εξαγωγών προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Πέρα από την ενίσχυση των υφιστάμενων υποδομών, στο επίκεντρο του σχεδιασμού βρίσκεται η προσπάθεια του Διαχειριστή να προετοιμάσει το δίκτυο για τη μελλοντική μεταφορά υδρογόνου και την υποδοχή βιομεθανίου.
Στις επενδύσεις που βρίσκονται στο τραπέζι αναφέρθηκε ο Μιχαήλ Θωμαδάκης, Ανώτατος Διευθυντής Στρατηγικής και Ανάπτυξης του ΔΕΣΦΑ, κατά την τοποθέτησή του την περασμένη εβδομάδα στο 8ο Renewable & Storage Forum.
Τέσσερα νέα FSRU στο επενδυτικό ραντάρ
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο ΔΕΣΦΑ έχει λάβει ήδη τέσσερις αιτήσεις για σύνδεση νέων πλωτών μονάδων αποθήκευσης και επαναεριοποίησης LNG (FSRU), αριθμός που αποτυπώνει το μεγάλο επενδυτικό ενδιαφέρον για περαιτέρω ανάπτυξη της ελληνικής αγοράς LNG και την αξιοποίηση της χώρας μας ως πύλης εισόδου φυσικού αερίου προς τις αγορές της ευρύτερης περιοχής.
Ωστόσο, η υλοποίηση των συγκεκριμένων σχεδίων δεν αποτελεί δεδομένο, καθώς όπως επισήμανε ο κ. Θωμαδάκης, η σύνδεση των νέων μονάδων προϋποθέτει πρόσθετες επενδύσεις στο δίκτυο, οι οποίες θα πρέπει να αξιολογηθούν με βάση τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς και τη δυνατότητα ανάκτησης του κόστους τους.
Πάντως, ο ΔΕΣΦΑ βρίσκεται ήδη σε επαφές με τους δυνητικούς διαχειριστές των εγκαταστάσεων, εξετάζοντας τις τεχνικές προϋποθέσεις σύνδεσης.
Στα 8,5 δισ. κυβικά μέτρα η εξαγωγική δυναμικότητα
Η σημαντική αναβάθμιση των δυνατοτήτων του ελληνικού συστήματος αποτελεί ήδη ένα από τα βασικά αποτελέσματα του επενδυτικού προγράμματος που υλοποιεί ο ΔΕΣΦΑ την τελευταία εξαετία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο κ. Θωμαδάκης, η εξαγωγική δυναμικότητα του συστήματος έχει αυξηθεί από περίπου 1,2 δισ. κυβικά μέτρα την περίοδο 2019-2020 σε 8,5 δισ. κυβικά μέτρα σήμερα.
Πρόκειται για αύξηση που υπερβαίνει το επταπλάσιο της αρχικής δυναμικότητας και ενισχύει ουσιαστικά τη δυνατότητα της Ελλάδας να εξυπηρετεί τις ενεργειακές ανάγκες γειτονικών αγορών.
Καθοριστικό ρόλο έχουν διαδραματίσει οι τρεις μεγάλοι σταθμοί συμπίεσης, με σημαντικότερο εκείνον της Κομοτηνής, καθώς και οι διασυνδέσεις με τον TAP, τον ελληνοβουλγαρικό αγωγό IGB και την υποδομή LNG της Αλεξανδρούπολης.
Σημαντική είναι επίσης η ολοκλήρωση του ελληνικού τμήματος του αγωγού Ελλάδας - Βόρειας Μακεδονίας, με την ολοκλήρωση του αντίστοιχου τμήματος στη γειτονική χώρα να αναμένεται το 2027. Το έργο δημιουργεί τις προϋποθέσεις για περαιτέρω επέκταση των διασυνδέσεων προς τη Σερβία.
Παράλληλα, ο διπλασιασμός του αγωγού Καρδίας - Κομοτηνής αναμένεται να περιορίσει τους υφιστάμενους περιορισμούς μεταφοράς στη Βόρεια Ελλάδα, επιτρέποντας την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των υποδομών της Ρεβυθούσας και της Αλεξανδρούπολης.
Τα εναπομείναντα έργα του υφιστάμενου επενδυτικού προγράμματος εκτιμάται ότι θα ολοκληρωθούν εντός του επόμενου ενάμιση χρόνου.
Ο Κάθετος Διάδρομος και το στοίχημα των εξαγωγών
Σημαντικό μέρος του σχεδιασμού συνδέεται με τον Κάθετο Διάδρομο, μέσω του οποίου επιδιώκεται η αξιοποίηση των υφιστάμενων υποδομών για τη μεταφορά ποσοτήτων από την Ελλάδα προς χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.
Η συνεργασία των διαχειριστών, η οποία αναπτύσσεται εδώ και περίπου μία δεκαετία, έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία τα τελευταία χρόνια, καθώς οι ευρωπαϊκές αγορές επιδιώκουν μεγαλύτερη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας φυσικού αερίου.
Η ενίσχυση των εξαγωγικών ροών, ωστόσο, θα πρέπει να συνδυαστεί με τις ανάγκες της ελληνικής αγοράς, οι οποίες εκτιμάται ότι θα αυξηθούν λόγω της λειτουργίας νέων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ΔΕΣΦΑ εξετάζει πρόσθετη, περιορισμένη παρέμβαση στο κεντρικό τμήμα του δικτύου, προκειμένου να ενισχυθεί η δυνατότητα μεταφοράς φυσικού αερίου από τον Βορρά προς τον Νότο.
Ο κ. Θωμαδάκης διευκρίνισε ότι το ελληνικό σύστημα διαθέτει επαρκή δυναμικότητα για την κάλυψη της εγχώριας ζήτησης ακόμη και σε περίπτωση πλήρους διακοπής των ρωσικών ροών.
Υπογράμμισε, πάντως, ότι η επάρκεια των υποδομών δεν συνεπάγεται αυτομάτως και εξασφάλιση των απαιτούμενων ποσοτήτων φυσικού αερίου, καθώς αυτό αποτελεί αντικείμενο της εμπορικής αγοράς.
Νέο επενδυτικό πεδίο το υδρογόνο
Πέρα από τις παραδοσιακές υποδομές φυσικού αερίου, ο ΔΕΣΦΑ προετοιμάζεται για την ανάπτυξη της αγοράς υδρογόνου, ενσωματώνοντας τη σχετική δυνατότητα στον σχεδιασμό νέων αγωγών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο αγωγός της Δυτικής Μακεδονίας, ο οποίος έχει σχεδιαστεί ώστε να μπορεί μελλοντικά να μεταφέρει υδρογόνο, παρότι σε πρώτη φάση θα χρησιμοποιηθεί για φυσικό αέριο. Αντίστοιχη πρόβλεψη υπάρχει και για τις νέες διασυνδέσεις με τις βαλκανικές χώρες.
Στο επενδυτικό χαρτοφυλάκιο του Διαχειριστή περιλαμβάνονται επίσης δύο έργα κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος (PCI). Το πρώτο αφορά τον ελληνικό κεντρικό αγωγό μεταφοράς υδρογόνου, το λεγόμενο hydrogen backbone, για τον οποίο οι μελέτες βρίσκονται στο τελικό στάδιο πριν από την τελική επενδυτική απόφαση.
Το δεύτερο αφορά τη διασύνδεση με την Ιταλία, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου ενεργειακού διαδρόμου που σχεδιάζεται να συνδέσει τη Βόρεια Αφρική με τις αγορές της Δυτικής Ευρώπης και της Γερμανίας.
Παράλληλα, ο ΔΕΣΦΑ προετοιμάζεται να υποβάλει αίτηση πιστοποίησης στη ΡΑΑΕΥ, προκειμένου να αναλάβει τον ρόλο του διαχειριστή μεταφοράς υδρογόνου στην Ελλάδα, όταν ολοκληρωθεί το σχετικό θεσμικό πλαίσιο.
Νέες αγορές μέσω της Ρεβυθούσας
Νέες προοπτικές δημιουργούνται και από την ανάπτυξη του βιομεθανίου, με τον ΔΕΣΦΑ να ολοκληρώνει τις διαδικασίες και το πλαίσιο χρεώσεων για την έγχυσή του στο εθνικό σύστημα φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με τον κ. Θωμαδάκη, έχουν ήδη κατατεθεί σημαντικές αιτήσεις από ενδιαφερόμενους παραγωγούς, γεγονός που καταδεικνύει τις δυνατότητες ανάπτυξης μιας νέας αγοράς ανανεώσιμων αερίων.
Ιδιαίτερο επιχειρηματικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχεδιαζόμενη αξιοποίηση της Ρεβυθούσας για τη διάθεση Bio-LNG μέσω του μηχανισμού της εικονικής υγροποίησης.
Με το συγκεκριμένο μοντέλο, ένας παραγωγός θα μπορεί να εγχέει βιομεθάνιο στο δίκτυο, για παράδειγμα στη Μακεδονία, και να παραλαμβάνει την αντίστοιχη πιστοποιημένη ποσότητα σε μορφή LNG στη Ρεβυθούσα, χωρίς να απαιτείται φυσική μεταφορά των ίδιων ποσοτήτων αερίου από το σημείο παραγωγής.