Λίγες ημέρες πριν από τις κρίσιμες βουλευτικές εκλογές στο Ισραήλ, ο Γκάντι Άιζενκοτ ανέδειξε τη σημασία της εθνικής ενότητας, υπογραμμίζοντας την ανάγκη συμφιλίωσης στη βαθιά διχασμένη κοινωνία. Την ίδια στιγμή, ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου ενίσχυσε τις επιθέσεις προς την αντιπολίτευση, κατηγορώντας την ότι υποτιμά την απειλή που συνιστούν το Ιράν και οι Παλαιστίνιοι.
Μιλώντας σε υποστηρικτές του στο Τελ Αβίβ, ο πρώην αρχηγός του γενικού επιτελείου εθνικής άμυνας τόνισε πως η παράταξή του θα δώσει μάχη μέχρι τέλους με αυτή του κ. Νετανιάχου και προέταξε την ανάγκη για εθνική ενότητα. Όπως δήλωσε, «ο στόχος μας δεν είναι η μια πλευρά να νικήσει την άλλη», προσθέτοντας πως θα εργαστεί για να ενώσει όλους τους Ισραηλινούς, ανεξαρτήτως πολιτικής επιλογής.
Ο Άιζενκοτ απευθύνθηκε και στους ψηφοφόρους του Λικούντ, επισημαίνοντας ότι «το Ισραήλ χρειάζεται αλλαγή». Επανέλαβε τη δέσμευσή του στην ασφάλεια και την οικονομία, διαβεβαιώνοντας πως θα εφαρμόσει διαφορετική πολιτική διακυβέρνηση από τον αντίπαλό του, που κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή επί τρεις δεκαετίες.
Υποσχέθηκε, επίσης, διαφάνεια και ανάληψη ευθύνης, δηλώνοντας πως θα συστήσει ανεξάρτητη επιτροπή έρευνας για τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023, επιρρίπτοντας ευθύνες στον Νετανιάχου για τα κενά ασφαλείας που επέτρεψαν την επίθεση της Χαμάς.
Η ρητορική του Άιζενκοτ φαίνεται να βρίσκει απήχηση σε πολίτες που αισθάνονται απογοητευμένοι από την πολιτική τάξη. Όπως ανέφεραν χαρακτηριστικά ψηφοφόροι, προσδοκούν σε έναν ηγέτη που μπορεί να ενώσει και να εμπνεύσει εμπιστοσύνη, λειτουργώντας ως σταθερό σημείο αναφοράς μέσα στο πολιτικό χάος.
Η στρατηγική Νετανιάχου και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις
Στην τελική ευθεία της προεκλογικής εκστρατείας, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου επικέντρωσε το μήνυμά του στην ασφάλεια, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως μοναδικό εγγυητή της σταθερότητας. Σε τηλεοπτική του εμφάνιση, κατηγόρησε τους αντιπάλους του ότι επιδιώκουν τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους, κάτι που χαρακτήρισε «καταστροφή για το Ισραήλ».
Ο Νετανιάχου δεν παρέλειψε να επισημάνει την απειλή του Ιράν, αναφερόμενος στα αποτελέσματα της στρατιωτικής επιχείρησης του Φεβρουαρίου και στη δημόσια στήριξη που έλαβε από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Τόνισε ότι μόνο ο ίδιος μπορεί να ολοκληρώσει το έργο που ξεκίνησε, υποβαθμίζοντας τις δυνατότητες των πολιτικών του αντιπάλων.
Η προεκλογική περίοδος χαρακτηρίζεται από υψηλό επίπεδο πόλωσης, με εικόνες και μηνύματα που εντείνουν το κλίμα ανησυχίας για την ασφάλεια της χώρας. Ο Άιζενκοτ, παρότι εναντιώνεται επίσης στην ίδρυση παλαιστινιακού κράτους, δεσμεύεται να καταστείλει τη βία των ισραηλινών εποίκων στη Δυτική Όχθη και κατηγορεί τον Νετανιάχου για εργαλειοποίηση της ιρανικής απειλής.
Η αντιπολίτευση, με τον Γιαΐρ Λαπίντ να στηρίζει τον Άιζενκοτ, εκφράζει αγανάκτηση για τις επικοινωνιακές μεθόδους του Νετανιάχου, καλώντας σε επιστροφή στην πολιτική ομαλότητα. Πολίτες από το εξωτερικό επιστρέφουν για να ψηφίσουν, τονίζοντας την ανάγκη για μείωση των εσωτερικών διχασμών και για έναν πιο ήπιο δημόσιο διάλογο.