Δύο άνθρωποι βρέθηκαν νεκροί και δέκα διασώθηκαν ζωντανοί από τα ερείπια επταώροφης πολυκατοικίας στην περιοχή Μάλτεπε της Κωνσταντινούπολης, ενώ συνεχίζονται οι προσπάθειες για τον εντοπισμό ακόμη δύο αγνοούμενων. Το περιστατικό έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία για την ασφάλεια των κατασκευών στην περιοχή.
Οι επιχειρήσεις διάσωσης παραμένουν σε εξέλιξη, με τις αρχές να έχουν ξεκινήσει τόσο δικαστική όσο και διοικητική έρευνα για τα αίτια της κατάρρευσης. Η κατάρρευση των τριών κάτω ορόφων σημειώθηκε νωρίς το πρωί, στην οδό Ντογού, για λόγους που παραμένουν άγνωστοι.
Οι ένοικοι των επάνω ορόφων απομακρύνθηκαν εγκαίρως, ενώ στα πρώτα πέντε άτομα που διασώθηκαν περιλαμβάνονται και δύο παιδιά. Ωστόσο, ο κίνδυνος περαιτέρω κατάρρευσης δυσχεραίνει σημαντικά το έργο των σωστικών συνεργείων, τα οποία επιχειρούν με ελεγχόμενο τρόπο και τη συνδρομή ειδικά εκπαιδευμένων σκύλων.
Οι αρχές προχώρησαν στην εκκένωση γειτονικών κτιρίων που κρίθηκαν επικίνδυνα. Ο νομάρχης της Κωνσταντινούπολης Νταβούτ Γκιουλ ανέφερε πως η πολυκατοικία είχε κατασκευαστεί το 1987 και οι ένοικοί της θα φιλοξενηθούν προσωρινά σε ξενοδοχείο με μέριμνα της Αρχής Διαχείρισης Καταστροφών (AFAD).
Σε προηγούμενη ενημέρωση για τους τραυματίες που είχαν διασωθεί, ο νομάρχης διαβεβαίωσε: «Κανείς δεν διατρέχει κίνδυνο».
Έρευνα για ευθύνες και προβλήματα στις κατασκευές
Η αρμόδια εισαγγελία της Κωνσταντινούπολης έχει ξεκινήσει έρευνα για τα αίτια της κατάρρευσης. Παράλληλα, δύο διοικητικοί επιθεωρητές εξετάζουν πιθανές παραλείψεις δημοσίων λειτουργών σχετικά με τον σχεδιασμό, την κατασκευή και τις μετατροπές του κτιρίου, σύμφωνα με πηγές του υπουργείου Εσωτερικών.
Το περιστατικό επαναφέρει στο προσκήνιο το θέμα της σεισμικής ασφάλειας των κτιρίων στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με στοιχεία του Δήμου, 1.238 κτίρια στην πόλη θεωρούνται επικίνδυνα ακόμη και χωρίς να υπάρξει σεισμός.
Οι δημοτικοί έλεγχοι έχουν καταγράψει εκτεταμένα προβλήματα σε παλαιά κτίρια. Από τις κατασκευές πριν το 1999 που ελέγχθηκαν, 18.800 χαρακτηρίστηκαν ως υψηλού ή πολύ υψηλού κινδύνου.
Οι έλεγχοι αυτοί παρέχουν μια πρώτη εκτίμηση της σεισμικής ασφάλειας, εξετάζοντας τα υλικά και τη συμμόρφωση της κατασκευής με το σχέδιο. Αρχικά, αξιολογείται αν ο χάλυβας, το σκυρόδεμα, η ποιότητα και η συνολική κατασκευή ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές, ενώ χρησιμοποιείται και λογισμικό για την αξιολόγηση της αντισεισμικής ασφάλειας.
Αν και ο έλεγχος δεν αποτελεί νομικά δεσμευτικό χαρακτηρισμό επικινδυνότητας, μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω, πιο λεπτομερείς διερευνήσεις.