Η κυβερνήτρια της Νέας Υόρκης, Κάθριν Χόκαλ, όρισε τη γενική εισαγγελέα της πολιτείας, Λετίσια Τζέιμς, ως ειδική εισαγγελέα για τη διερεύνηση της υπόθεσης του φερόμενου ομαδικού βιασμού φοιτήτριας το 2024 στο πανεπιστήμιο Κορνέλ. Η υπόθεση αυτή έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και ερωτήματα σχετικά με τον χειρισμό της από τις αρχές, ενώ επανήλθε στο προσκήνιο μετά την κατάθεση αστικής αγωγής από τη φοιτήτρια τον προηγούμενο μήνα.
Σύμφωνα με τις καταγγελίες, η φοιτήτρια αναφέρει ότι μέλη της φοιτητικής αδελφότητας ΦΧ της χορήγησαν ναρκωτικές ουσίες και τη βίασαν. Η υπόθεση έχει οδηγήσει σε αυξημένο ενδιαφέρον από τα μέσα ενημέρωσης, με νέα στοιχεία να έρχονται στη δημοσιότητα και να αμφισβητούν τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε από το αστυνομικό τμήμα του Κορνέλ και τον εισαγγελέα της κομητείας Τόμπκινς.
Η Κάθριν Χόκαλ δήλωσε πως πρόσφατες πληροφορίες δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για τη διαχείριση της υπόθεσης, εκφράζοντας έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον γενικό εισαγγελέα της κομητείας Τόμπκινς. Τόνισε ότι «η νεαρή γυναίκα που βρίσκεται στο επίκεντρο της υπόθεσης αυτής πρέπει να γνωρίζει ότι θα εξεταστεί κάθε στοιχείο και θα αποδοθεί δικαιοσύνη».
Η Λετίσια Τζέιμς, με ανάρτησή της στο Χ, ανέφερε πως είναι έτοιμη να ηγηθεί «μιας διαδικασίας με βάση τα στοιχεία και τον νόμο», επισημαίνοντας ότι η ανάθεση της έρευνας από την κυβερνήτρια αποτελεί μεγάλη ευθύνη για το γραφείο της.
Η καταγγελία της φοιτήτριας αφορά επτά άνδρες που φέρονται να της χορήγησαν ναρκωτικές ουσίες και να τη βίασαν σε οίκημα φοιτητικής αδελφότητας του πανεπιστημίου Κορνέλ το 2024. Το περιστατικό καταγγέλθηκε στην αστυνομία λίγες εβδομάδες μετά τη φερόμενη επίθεση, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει έρευνα για τον ρόλο των δυνάμεων της τάξης και του πανεπιστημίου.
Τα τελευταία ρεπορτάζ φέρνουν στο φως επιπλέον λεπτομέρειες για την υπόθεση. Το CBS New York δημοσίευσε απομαγνητοφώνηση της κατάθεσης του θύματος, η οποία περιλαμβάνει περισσότερες λεπτομέρειες από την υπογεγραμμένη κατάθεση που παραδόθηκε στην εισαγγελία. Παράλληλα, οι New York Times εντόπισαν πάνω από 1.000 σελίδες εγγράφων από την εσωτερική έρευνα του πανεπιστημίου Κορνέλ, σύμφωνα με τα οποία η φοιτήτρια χρειάστηκε χρόνο για να συνειδητοποιήσει ότι ήταν θύμα ομαδικού βιασμού.
Η αστική αγωγή που κατέθεσε η φοιτήτρια στρέφεται κατά επτά μελών της αδελφότητας ΧΦ, του πανεπιστημίου, ενός μπαρ και της δικής της αδελφότητας. Ο εισαγγελέας της κομητείας Τόμπκινς, Μάθιου Βαν Χούτεν, αναγνώρισε τη δημόσια κατακραυγή και ανακοίνωσε ότι η υπόθεση θα επανεξεταστεί και θα παρουσιαστεί σε σώμα ενόρκων για πιθανή άσκηση δίωξης.
Ο Βαν Χούτεν σημείωσε πως αρχικά δεν ασκήθηκαν διώξεις λόγω των περιορισμών που επιβάλλει η νομοθεσία της Νέας Υόρκης. Η ισχύουσα νομοθεσία διαχωρίζει τα θύματα σεξουαλικής επίθεσης που ήταν εκούσια υπό την επήρεια ουσιών ή αλκοόλ από εκείνα στα οποία χορηγήθηκαν ουσίες χωρίς συγκατάθεση. Μόνο τα θύματα της δεύτερης κατηγορίας θεωρείται ότι δεν μπορούν να δώσουν συγκατάθεση για σεξουαλικές πράξεις.
Αυτό δημιουργεί δυσκολίες στην άσκηση διώξεων σε περιπτώσεις όπου το θύμα κατανάλωσε εκούσια ουσίες ή αλκοόλ, ακόμη και αν αυτό επηρέασε την ικανότητά του να συναινέσει, όπως επισημαίνουν ειδικοί και ακτιβιστές. Ήδη βουλευτές της Νέας Υόρκης ζητούν αναθεώρηση της σχετικής νομοθεσίας.
Ο προσωρινός εκτελεστικός διευθυντής της εθνικής οργάνωσης ΧΦ, Τρέι Ρομπ, δήλωσε ότι το παράρτημα της αδελφότητας στο πανεπιστήμιο Κορνέλ ψήφισε ομόφωνα υπέρ της αποβολής των μελών που κατηγορούνται για τον βιασμό, τρεις ημέρες μετά την υποβολή της αστυνομικής αναφοράς το 2024. Τα μέλη αυτά αποβλήθηκαν και από την εθνική οργάνωση λίγο αργότερα.
«Οι ενέργειες αυτές ήταν πέρα από τα όσα προβλέπει η νομοθεσία ή το πανεπιστήμιο Κορνέλ», ανέφερε ο Ρομπ. Το πανεπιστήμιο υπεραμύνθηκε της διαχείρισης της υπόθεσης, επισημαίνοντας ότι διεξήγαγε έρευνα και επέβαλε πειθαρχικές κυρώσεις, από αναστολή έως αποβολή φοιτητών που φέρονται να εμπλέκονται. Επιπλέον, το ίδρυμα εκδίωξε την αδελφότητα ΧΦ από την πανεπιστημιούπολη και το οίκημά της παραμένει κλειστό.