Η φετινή χρονιά χαρακτηρίζεται ως καταστροφική για τους ελβετικούς παγετώνες, καθώς σύμφωνα με έκθεση που δόθηκε στη δημοσιότητα, η απώλεια του όγκου τους αγγίζει το 20% μέσα σε πέντε χρόνια. Πρόκειται για τη δεύτερη χειρότερη ετήσια απώλεια από το 2020, γεγονός που υπογραμμίζει την επιταχυνόμενη τήξη των παγετώνων στη χώρα.
Το δίκτυο παρακολούθησης παγετώνων της Ελβετίας (GLAMOS) ανακοίνωσε ότι φέτος χάθηκε ακόμη 5,5% του όγκου τους, αποτέλεσμα του θερμότερου καλοκαιριού στα χρονικά και ενός χειμώνα με περιορισμένες χιονοπτώσεις. Αυτή η εξέλιξη συνιστά τη μεγαλύτερη απώλεια όγκου από το 1950, με τις μετρήσεις να δείχνουν ότι η διαδικασία επιταχύνεται σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Ο Ματίας Χους, επικεφαλής του GLAMOS, παρατηρώντας τον παγετώνα σε υψόμετρο σχεδόν 3.000 μέτρων, σημειώνει ότι «αυτός ο παγετώνας οδεύει να εξαφανιστεί». Η εικόνα των βουνών χωρίς χιόνι προκαλεί ανησυχία στους επιστήμονες, που διαπιστώνουν ότι μεταξύ 2022 και 2026 οι ελβετικοί παγετώνες έχασαν το 20% του όγκου τους από το 2021.
Η αύξηση της θερμοκρασίας στην Ελβετία είναι διπλάσια από τον παγκόσμιο μέσο όρο, σύμφωνα με τη MétéoSuisse. Οι μήνες Ιούνιος έως Αύγουστος ήταν οι θερμότεροι που έχουν καταγραφεί από το 1864, ενώ οι προβλέψεις δείχνουν ότι οι αλπικοί παγετώνες δεν έχουν «καμιά πιθανότητα επιβίωσης» μακροπρόθεσμα, αν συνεχιστεί αυτή η κλιματική τάση.
Η φετινή έντονη τήξη οδήγησε στην ανάγκη επανατοποθέτησης πασσάλων μέτρησης σε υψηλότερα σημεία, καθώς το πάχος του πάγου σε ορισμένους παγετώνες μειώθηκε κατά 2,5 έως 4 μέτρα, ενώ σε ορισμένες «γλώσσες» η συρρίκνωση έφτασε τα 10 μέτρα το καλοκαίρι. Παρά τις υψηλές θερμοκρασίες, οι απώλειες δεν ξεπέρασαν το 2022, λόγω ελαφρώς περισσότερου χιονιού και μικρότερης μεταφοράς σκόνης από τη Σαχάρα.
Τέσσερις παγετώνες, μεταξύ των οποίων ο Ρον και ο Αλέτς, υπέστησαν φέτος τη μεγαλύτερη τήξη στην ιστορία τους. Οι επιστήμονες εκφράζουν έντονη ανησυχία για τη μελλοντική διαθεσιμότητα υδάτινων πόρων, καθώς μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου οι παγετώνες έχασαν περίπου 2,2 τρισεκατομμύρια λίτρα νερού, ποσότητα τετραπλάσια από την ετήσια κατανάλωση των ελβετικών νοικοκυριών.