Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρό δημοσιονομικό εκτροχιασμό, καθώς το δημόσιο χρέος της ανήλθε, σύμφωνα με ανακοίνωση της Στατιστικής Υπηρεσίας (INSEE), στα 3.595,5 δισεκατομμύρια ευρώ στο τέλος Ιουνίου. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 119% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 80 ετών.
Σε σύγκριση με τον Μάρτιο, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 59,6 δισ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 2% μέσα σε ένα τρίμηνο. Το επίπεδο αυτό ξεπερνά και το αντίστοιχο του πρώτου τριμήνου του 2021 (117,8%), όταν οι ευρωπαϊκές χώρες προχώρησαν σε σημαντικές δαπάνες για την αποφυγή της ύφεσης. Σύμφωνα με τις τελευταίες κυβερνητικές προβλέψεις, το δημόσιο χρέος αναμένεται να φτάσει στο 119,3% του ΑΕΠ ως το τέλος του έτους και στο 121,7% το 2027.
Η εξέλιξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους δανεισμού για τη Γαλλία. Το επιτόκιο στα δεκαετή ομόλογα ανέρχεται πλέον στο 4,8%, ενώ στα τριακονταετή αγγίζει το 5,3%, το υψηλότερο από το 2003. Η χώρα δανείζεται πλέον ακριβότερα από την Ελλάδα, την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και φυσικά τη Γερμανία, της οποίας το επιτόκιο στα δεκαετή ομόλογα διαμορφώνεται στο 3,65%.
Παράλληλα, η Γαλλία φαίνεται να εισέρχεται σε μια περίοδο πολιτικών και κοινωνικών εντάσεων. Σήμερα πραγματοποιήθηκαν απεργιακές κινητοποιήσεις στους τομείς των μεταφορών, της υγείας και της παιδείας από τους δημόσιους υπαλλήλους, ενώ παραμένει αβέβαιο αν θα υπάρξει πλειοψηφία στη γαλλική Εθνοσυνέλευση για την έγκριση του κρατικού προϋπολογισμού του 2027.
Την ίδια στιγμή, η χώρα έχει μπει σε προεκλογική τροχιά ενόψει των προεδρικών εκλογών της επόμενης άνοιξης και πιθανότατα και των βουλευτικών που θα ακολουθήσουν. Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρείται εξαιρετικά αμφίβολο αν η Γαλλία θα μπορέσει να υιοθετήσει εντός των επόμενων οκτώ μηνών τα αναγκαία μέτρα οικονομικής λιτότητας που χαρακτηρίζονται πλέον ως επιτακτικά.