Στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, όταν τα αεροσκάφη που είχαν καταληφθεί από πειρατές κατέστρεψαν τους δίδυμους πύργους του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου στη Νέα Υόρκη, περίπου 25.000 παιδιά ζούσαν ή φοιτούσαν σε σχολεία στο Κάτω Μανχάταν, ενώ χιλιάδες ακόμη βρίσκονταν στις γύρω συνοικίες. Πολλά από αυτά ήταν βρέφη, νήπια ή ακόμη αγέννητα τη στιγμή της επίθεσης.
Παρά το γεγονός ότι εκτέθηκαν σε ένα τεράστιο τοξικό νέφος και σκόνη που περιείχε κονιορτοποιημένο σκυρόδεμα, υαλοβάμβακα, αμίαντο και άλλες επιβλαβείς ουσίες τις ημέρες και εβδομάδες μετά την κατάρρευση των πύργων, ελάχιστα παιδιά συμμετείχαν στις κρατικά χρηματοδοτούμενες μελέτες για την υγεία των επιζησάντων της 11ης Σεπτεμβρίου που ακολούθησαν.
Οι έρευνες αυτές εστίασαν κυρίως σε διασώστες και άλλους ενήλικες, αφήνοντας κενό στην καταγραφή των συνεπειών για τους νεότερους.
Ως αποτέλεσμα, δεν υπήρχε συστηματικός εντοπισμός χρόνιων παθήσεων, όπως καρκίνοι, καρδιαγγειακές νόσοι και προβλήματα αναπαραγωγικής υγείας, που ενδέχεται να εμφανίζονται τώρα, καθώς αυτά τα παιδιά ενηλικιώνονται, όπως επισημαίνουν επιστήμονες.
Παραμένουν σημαντικά ερωτήματα σχετικά με το αν η έκθεση στις τοξίνες και το ψυχικό τραύμα της 11ης Σεπτεμβρίου αύξησε μακροπρόθεσμα τους κινδύνους για την υγεία τους, σύμφωνα με ειδικούς.
Για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων, το Κογκρέσο ανακοίνωσε το 2022 τη χρηματοδότηση νέας μελέτης με αντικείμενο τα πρόσωπα αυτά, υπό την εποπτεία των Αμερικανικών Κέντρων για τον Έλεγχο και την Πρόληψη των Ασθενειών.
Τον προηγούμενο μήνα, τα Κέντρα γνωστοποίησαν ότι θα δεχτούν αιτήσεις από ερευνητές για τη σύσταση του Συντονιστικού Κέντρου Ερευνών για τους Νέους του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου, καθώς και για τον σχηματισμό Ομάδας Έρευνας Νέων.
Δεν έχει διευκρινιστεί ο αριθμός των συμμετεχόντων που επιδιώκει να συγκεντρώσει η υπηρεσία, το χρονοδιάγραμμα υποβολής προτάσεων ή το ύψος της διαθέσιμης χρηματοδότησης.
Όπως έχει διευκρινιστεί, οι συμμετέχοντες θα πρέπει να ήταν έως 21 ετών ή αγέννητοι εκείνη την περίοδο και να κατοικούσαν κάτω από τη 14η λεωφόρο στο Μανχάταν ή σε οποιαδήποτε περιοχή του Μπρούκλιν την 11η Σεπτεμβρίου ή αμέσως μετά.
Παράλληλα, θα συσταθεί και μια ομάδα σύγκρισης με άτομα αντίστοιχης ηλικίας που δεν εκτέθηκαν στα επακόλουθα των επιθέσεων.
Το Πρόγραμμα Υγείας των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών για το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου και το Μητρώο Υγείας του Παγκοσμίου Κέντρου Υγείας της Νέας Υόρκης παρείχαν υπηρεσίες για παιδιά τα πρώτα χρόνια μετά τις επιθέσεις.
Ωστόσο, οι περισσότεροι νέοι που εμφάνισαν προβλήματα υγείας επέλεξαν να απευθυνθούν στους παιδιάτρους τους, ενώ πολλοί ενήλικες επιζήσαντες ήταν ανασφάλιστοι και χρειάζονταν τις υπηρεσίες των προγραμμάτων, όπως εξηγεί η πνευμονολόγος Τζόαν Ρέιμπμαν του Ιατρικού Κέντρου NYU Langone.
Σε ενήλικες επιζήσαντες και διασώστες έχουν καταγραφεί δεκάδες μορφές καρκίνων και άλλα προβλήματα υγείας που συνδέονται με την έκθεσή τους στις τοξικές ουσίες μετά τις επιθέσεις.
Η Ρέιμπμαν, ιδρύτρια του World Trade Center Environmental Health Center, τόνισε ότι η εύρεση συμμετεχόντων απαιτεί ισχυρή στήριξη από την κοινότητα.
"Οι άνθρωποι αυτοί είναι σκορπισμένοι σε όλη την επικράτεια των ΗΠΑ αυτή τη στιγμή. Είναι όλοι τους μεγαλύτεροι. Δεν θα θέλουν ενδεχομένως να ανατρέξουν σε εκείνη τη χρονική περίοδο. Θα χρειαστεί να γίνει πολλή δουλειά με τις ομάδες της κοινότητας για να προσπαθήσουμε να τους στρατολογήσουμε", επισημαίνει.
Η Ρέιμπμαν και η δρ Λι Γουίλσον, ιατρική διευθύντρια του World Trade Center Environmental Health Center, αναγνωρίζουν ότι τα παιδιά σε εμπόλεμες ζώνες πιθανόν αντιμετωπίζουν αντίστοιχες μακροπρόθεσμες συνέπειες με τα παιδιά της 11ης Σεπτεμβρίου.
Η μελέτη των παιδιών της 11ης Σεπτεμβρίου μπορεί να προσφέρει πολύτιμα δεδομένα για μέτρα πρόληψης, αντιμετώπισης και διάθεσης πόρων στο μέλλον, όπως καταλήγει η Γουίλσον.